Σ’ ένα βιβλίο με τίτλο «Σκυλάνθρωποι» (Δημ. Μοσχόπουλου) είναι καταγεγραμμένη η ενδιαφέρουσα αφήγηση μίας Ελβετίδας, η οποία επεξηγεί γιατί οι Ευρωπαίοι και γενικότερα οι ξένοι, συμπεριφέρονται με ελεεινό τρόπο κατά των Ελλήνων.
Η κοπέλα αναφέρεται σε κάποιον πλούσιο θείο της ονόματι Αλμπέρ που ζούσε κοντά στη Λοζάννη υπεραγαπώντας τα ζώα καί προστατεύοντας στη βίλα του πολλά από αυτά.
Ένας φίλος του γιατρός απ’ τη Γενεύη του δώρισε ένα κουτάβι ράτσας «μποξέρ», που άκουγε στο όνομα «Τέλος», ενημερώνοντάς τον ότι άμα μεγαλώσει το καθαρόαιμο σκυλί χρειάζεται προσοχή διότι είναι επικίνδυνο!…
Πράγματι, σ’ ένα χρόνο είχε δυναμώσει τόσο πολύ που ήταν απλησίαστο. Ο πρώτος που την πλήρωσε ήταν ο κηπουρός που δέχτηκε επίθεση από το σκυλί με αποτέλεσμα να μείνει ένα μήνα ακίνητος στην κλινική έχοντας χάσει την γάμπα που την είχε φάει ο σκύλος και θα έμενε κουτσός σε όλη του τη ζωή με καρφιά στο πόδι του!
Ο Αλμπέρ απεφάνθη ότι ο σκύλος έπρεπε να εκπαιδευθεί για να αποκτήσει σωστή συμπεριφορά. Έφερε Γερμανό σκυλοδαμαστή και πράγματι σε 6 μήνες ο «Τέλος» ήταν «αρνάκι».
Περιέργως όμως σε μία δεξίωση ο σκύλος ξαναεπιτέθηκε αιμοβόρικα σ’ έναν υπηρέτη και ευτυχώς γι’ αυτόν ο οδηγός της βίλας πυροβόλησε τον «Τέλος» και έβαλε τέλος στην άτακτη ζωή του!
Η στεναχώρια του Αλμπέρ ήταν απερίγραπτη ώσπου τον επισκέφτηκε ο δωρητής του σκύλου, ο γιατρός, ο οποίος εξήγησε στον περίλυπο φίλο του ότι ο σκύλος όσο καλά και να δαμαστεί κρατάει μέσα του κακία, ζήλια, μίσος, καί εκδικείται: «Τα ζώα δεν συγχωράνε ποτέ στον άνθρωπο την βελτίωση της συμπεριφοράς τους, γιατί νιώθουνε ότι αυτή η βελτίωση τ’ απομακρύνει από τη φύση τους… και όποτε δίνετε η ευκαιρία το μίσος εκρήγνυται».
Για να κατανοήσει ο Αλμπέρ καλύτερα την συμπεριφορά του σκύλου, ο γιατρός κάνει τον εξής εκπληκτικό παραλληλισμό: «Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει μ’ εμάς τους Ευρωπαίους καί τους Έλληνες! Αν υπάρχει μια φυλή στον κόσμο που κυριολεκτικά τη μισώ αφόρητα, αυτή η φυλή είναι οι Έλληνες»!
Και τεκμηριώνει την άποψή του λέγοντας ότι στα γυμνασιακά του χρόνια ένιωθε «ψυχικά καταπιεσμένος. Διότι δεν μας διδάξανε τίποτα οι σοφοί μας διδάσκαλοι που να μην το ’χανε εξηγήσει, να μην το ’χανε ανακαλύψει, να μην το ’χανε πετύχει, να μην το ’χανε τελειοποιήσει οι Έλληνες!
Κι αν κάποτε αναφέρανε κανένα άλλονε φτωχό συγγενή της γνώσεως και της σοφίας, όχι Έλληνα, στο τέλος προσθέτανε ότι αυτός ο κάποιος, ο φουκαράς βασίστηκε για την ανακάλυψή του πάνω σ’ ένα θεώρημα προγενέστερο κάποιου Έλληνα, πάνω σε μια παλιά σκέψη κάποιου άλλου Έλληνα, πάνω σ’ ένα έργο αιώνες πριν δοσμένο από κάποιον άλλο Έλληνα!…
Σιγά σιγά ένιωθα πως οι γνώσεις μου, οι σκέψεις μου, τα αισθήματά μου, η προσωπικότητά μου, ο κόσμος μου, η ύπαρξή μου ως το έσχατο μόριο διαβρώνονταν και χρωματίζονταν απ’ αυτό που χαρακτηρίζουμε με την κλασική πια έκφραση "ελληνικό παρελθόν".
Αυτά όλα καταστάλαζαν στα βάθη της ψυχής του γιατρού «ένα φλογερό μίσος για καθετί το ελληνικό»!
Και η συνέχεια: «Αργότερα στο πανεπιστήμιο, η κατάσταση έγινε δραματική.
Ο Ασκληπιός από τη μια, ο Ιπποκράτης απ’ την άλλη! Ο Γαληνός τη μια μέρα, ο Ορειβάσιος την επομένη! Αέτιος το πρωί, Αλέξανδρος Τραλλιανός τ’ απόγευμα! Παύλος ο Αιγινίτης από ’δω, Στέφανος ο Αθηναίος από ’κει…
Δεν μπορούσα ν’ ανοίξω βιβλίο χωρίς να βρω μπροστά μου την ελληνική παρουσία. Δεν τολμούσα να πιάσω στα χέρια μου λεξικό για να βρώ μια δύσκολη, σπάνια, μια χρήσιμη, μια έξυπνη, μια όμορφη, μια μεστωμένη λέξη. Όλες ελληνικές! Και άλλες αμέτρητες σαν την άμμο των θαλασσών και των ποταμών, ελληνικής κι αυτές προέλευσης! Άρχισα κι εγώ με την πάροδο του χρόνου να νιώθω απέναντι στους Έλληνες όπως ο "Τέλος"…
Πρόκειται για φαινόμενο ομαδικό! ́Έτσι αισθανόμαστε λίγο πολύ όλοι μας απέναντι στους Έλληνες. Τους μισούμε όπως τα ζώα τους θηριοδαμαστές. Και μόλις μας δίνεται η ευκαιρία χιμάμε τους δαγκώνουμε και τους κατασπαράζουμε.
Γιατί στο βάθος ξέρουμε ότι κάποτε ήμαστε ζώα μ’ όλη τη σημασία της λέξης κι είναι αυτοί, οι Έλληνες, πάλι οι Έλληνες, πάντα οι Έλληνες, που μας εξώσανε από τη ζωώδικη υπόσταση και μας ανεβάσανε στην ίδια με τους εαυτούς τους ανθρώπινη βαθμίδα!…
Δεν αγαπάμε κάτι που θαυμάζουμε… Ρίξε μια ματιά στην ιστορία και θα διαπιστώσεις ότι όλοι οι Ευρωπαίοι, με αρχηγούς τους Λατίνους και το Βατικανό, λυσσάξαμε να τους εξαφανίσουμε τους Έλληνες από το πρόσωπο της γης! Δεν θα βρεις και δε θα φανταστείς συνδυασμό και συγκέρασμα εγκλήματος, πλεκτάνης και παγίδας που δεν το σκαρφιστήκαμε και δεν το πραγματώσαμε για να τους εξολοθρεύσουμε!… η ιστορία με το μίσος κατά των Ελλήνων δεν ξέφτισε.
Ο σύγχρονος "πολιτισμένος" άνθρωπος είναι ο ίδιος και χειρότερος… Δεν θα επιτρέψει ποτέ το Βατικανό, Αλμπέρ μου, να επιβιώσει στην αυλόπορτα της Ευρώπης, στα πλευρά της Ασίας και στο κατώφλι της Αφρικής ο ελληνισμός κι η ορθοδοξία του, η μόνη πραγματικότητα, η μόνη γνήσια χριστιανική πίστη…
Είναι ο μόνος λαός που κατόρθωσε να συνταιριάξει αρμονικά τον αρχαίο του πολιτισμό, την υπεράνθρωπη πνευματικότητά του με όλα τα θετικά στοιχεία του χριστιανισμού και να γεννήσει αυτός ο θεϊκός συνουσιασμός μια βαθιά πίστη, μια θεμελιωμένη θρησκεία, μια τρομερή ενωτική ισχύ.
Η δική μας ηγεσία, οι δικοί μας ταγοί, η δική μας εκκλησία δεν θα επιτρέψουν ποτέ την προκοπή τους, γιατί αν μονοιάσουνε και στο κοινωνικό πεδίο, χαθήκαμε! Ποιος τους πιάνει, αν βλαστήσει στη γη τους μια στάλα κοινωνική δικαιοσύνη κι ο λαός τους που στενάζει κι αναστενάζει φτάσει να κουμαντάρει τον τόπο του! Θα ξαναπιάσουνε το πολιτιστικό μαστίγιο στα χέρια τους και θα τους θωρούμε πάλι από το ύψος των αστραγάλων τους εμείς τα σκαθάρια αυτούς τους γίγαντες»! Ο φιλέλληνας Αλμπέρ σ’ όλα αυτά αρκέστηκε να απαντήσει με νόημα: «Γι’ αυτό θα τους αγαπάω πάντα, θα τους θαυμάζω και θα τους σέβομαι…».
Στρατής Ανδριώτης
http://ditruth.blogspot.com/2011/06/blog-post_6938.html
IOANNIS LAMBROU BLOGSPOT - ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΛΑΜΠΡΟΥ culture, civilization - κουλτούρα, πολιτισμός
Κυριακή 7 Αυγούστου 2011
Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011
Το ψυχικό απόθεμα του Ελληνα - Βασίλης Kαραποστόλης*
Πώς οδηγηθήκαμε ως λαός από τη φτώχεια και τη σιγουριά στον φόβο για το αύριο
Οταν βλέπουμε τον σύγχρονο Ελληνα να αγανακτεί επειδή λιγόστεψε το εισόδημά του, δεν πρέπει να νομίσουμε ότι λυπάται τόσο πολύ για τις απολαύσεις που χάνει. Ο ηδονισμός σε τούτο τον τόπο ποτέ δεν ρίζωσε τόσο βαθιά. Δεν ήταν το φαγοπότι που ονειρεύονταν οι φτωχοί, ήταν η σιγουριά πως όσα είχαν αποκτήσει δεν θα τους τα άρπαζαν κάποιοι ξαφνικά. Πανάρχαιη η απειλή που απ’ τα χρόνια του Hσίοδου δεν έπαυε να πλανάται πάνω από τα κεφάλια των δουλευτών. Επιδρομείς, ληστές, φορομπήχτες, τοκογλύφοι. Με όλους αυτούς να αλωνίζουν επί αιώνες, πώς να κατασιγάσει η τρομάρα των αδυνάμων ώστε να μπορέσουν να ευχαριστηθούν το ψωμί, το κρασί και το σπίτι τους;
Αυτός ο φόβος συνόδεψε πολλούς και όταν, πολύ αργότερα, κατέβηκαν από τα χωριά στις πόλεις. Οι καιροί ήταν πια διαφορετικοί και οι πρώην ξυπόλητοι βρέθηκαν στους εμπορικούς δρόμους τους γεμάτους με τις βιτρίνες του ’70, του ’80, του ’90. Πίσω απ’ τις τζαμαρίες υπήρχαν πράγματα που τους γυάλιζαν, κι ανάμεσά τους το είδωλο του ίδιου τους του εαυτού, αλλαγμένο πολύ. Μπορούσαν να καυχηθούν γι’ αυτόν τον εαυτό, να φωνάξουν πως επιτέλους τα κατάφεραν να μην είναι νηστικοί, να χορτάσουν, και ακόμη να εκδικηθούν την παλιά τους πείνα με μία νέα σπατάλη. Σε πόσες αυταπάτες είχαν κιόλας παραδοθεί! Γιατί γρήγορα φάνηκε πως κάτω από την ευχαρίστηση παρέμενε πάντα ο φόβος. Αυτός ο δαίμονας που ερχόταν παλιά και χτυπούσε την πόρτα του φτωχικού σπιτιού.
Σήμερα, ο ίδιος απαίσιος ήχος ακούγεται από το εσωτερικό των διαμερισμάτων που μετατράπηκαν σε φωλιές αγωνίας. Τηλεοράσεις, υπολογιστές, ραδιόφωνα και τηλέφωνα φέρνουν τα κακά μαντάτα με μια έξαψη που είναι ταυτόχρονα και σημάδι χαιρεκακίας. Κυρίες και κύριοι, μάθετέ το, ξαναγινόσαστε αυτό που ήσασταν κάποτε: άνθρωποι αναγκασμένοι να μετράτε και την τελευταία δεκάρα σας. Με μια διαφορά όμως (που δεν τη λένε).
Οτι πιο παλιά μπορούσε ένας στριμωγμένος να ξεπερνάει πότε πότε τη φτώχεια και να γλεντάει τις σκοτούρες του. Ενώ σήμερα του λείπει το κουράγιο. Αντίθετα με τους γονείς και τους παππούδες του τρέμει στη σκέψη πως αν του κοπεί ο μισθός του, θα του κοπεί και η θέληση να φτιάξει τη ζωή του. Αυτή η θέληση που αντλείται απ’ ό, τι είμαστε και όχι απ’ ό, τι έχουμε. Πρέπει, λοιπόν, να οικτίρουμε τον εαυτό μας, εάν φθάσουμε να πιστέψουμε ότι όπως μας έκλεψαν τα «έξω» έτσι μας έκλεψαν και το «μέσα» μας.
Αλήθεια, όμως, υπάρχει κάτι γόνιμο εκεί μέσα, στα ψυχικά μας υποστρώματα; Ή μήπως εξατμίστηκε; Η εμπειρία λέει πως υπάρχει. Είναι ένα κάποιο απόθεμα ζωτικότητας. Πράγματι, σπάνια θα βρείτε Ελληνα ικανοποιημένο με την απραξία του, ακόμη κι αν αυτή του προσφέρει κάποια βολή. Η πλειονότητα νιώθει τη φαγούρα της δράσης, θέλει να ενεργήσει, να επιφέρει αλλαγές και το θέλει τόσο πολύ ώστε στο τέλος συχνά ξεχνάει το έργο που άρχισε και ξοδεύεται σε πληθωρικές και ακατάστατες κινήσεις.
Γιατί αυτό που ενδιαφέρει πιο πολύ είναι να αποδείξει κανείς ότι «μπορεί», ότι το να μένει με δεμένα τα χέρια είναι γι’ αυτόν αρρώστια ή ξεπεσμός.
Καταλαβαίνουμε ότι έτσι η ζωτικότητα του λαού διατρέχει τον κίνδυνο να χαραμιστεί. Κι αυτό συμβαίνει. Δεν φτιάχνονται έργα στη χώρα μας, φτιάχνονται απλώς υποψήφιοι για εκτέλεση έργων. Εστω κι έτσι, όμως, η προσφορά ενέργειας από τα κάτω υπάρχει. Και είναι κρίμα, είναι έγκλημα -το μεγαλύτερο ίσως απ’ όλα τα πολιτικά εγκλήματα- που οι κυβερνώντες, χρόνια τώρα, στέκονται αδέξιοι και αναβλητικοί μπροστά σ’ αυτή τη σφύζουσα διαθεσιμότητα χεριών και μυαλών.
Ακούγονται φωνές που τρυπάνε τ’ αυτιά μας. Είναι νέοι αγρότες που ζητάνε απελπισμένα κατευθυντήριες οδηγίες για να αναδιαρθρώσουν τις καλλιέργειές τους. Είναι άλλοι νέοι που έχουν την όρεξη να οργανώσουν μια επιχείρηση και βρίσκονται αντιμέτωποι με χαοτικούς «κωδικούς» και «προγράμματα». Είναι όλοι αυτοί που ανυπομονούν να αναλάβουν πρωτοβουλίες την ίδια στιγμή που η ηγεσία εξετάζει κι επανεξετάζει ποια κίνητρα να δώσει ώστε να εμφανιστούν οι δραστήριοι και οι καινοτόμοι. Μα δεν τους βλέπει πως είναι κιόλας στο πόδι; Δεν βλέπει πως παρουσιάστηκαν οι ανασκουμπωμένοι και περιμένουν; Φαίνεται πως όχι. Φαίνεται πως για τη συνομοταξία των καθιστών οι όρθιοι αντιπροσωπεύουν κάτι ανεξέλεγκτο, υπερβολικά απρόβλεπτο. Μεγάλος μπελάς να οργανωθεί η ζωτικότητα.
Απ’ την άλλη, όμως, η ανάγκη πιέζει, οι προθεσμίες λήγουν. Το τι κάνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι εξαρτάται από το τι αντάλλαγμα είναι έτοιμοι να δώσουν προκειμένου να ζήσουν. Θα επικρατήσει άραγε η υπεκφυγή ή η πράξη; Πάντως εκείνος ο σοφός Βοιωτός δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να δυστυχήσει ένας.
* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
πηγή: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_02/07/2011_447839
Οταν βλέπουμε τον σύγχρονο Ελληνα να αγανακτεί επειδή λιγόστεψε το εισόδημά του, δεν πρέπει να νομίσουμε ότι λυπάται τόσο πολύ για τις απολαύσεις που χάνει. Ο ηδονισμός σε τούτο τον τόπο ποτέ δεν ρίζωσε τόσο βαθιά. Δεν ήταν το φαγοπότι που ονειρεύονταν οι φτωχοί, ήταν η σιγουριά πως όσα είχαν αποκτήσει δεν θα τους τα άρπαζαν κάποιοι ξαφνικά. Πανάρχαιη η απειλή που απ’ τα χρόνια του Hσίοδου δεν έπαυε να πλανάται πάνω από τα κεφάλια των δουλευτών. Επιδρομείς, ληστές, φορομπήχτες, τοκογλύφοι. Με όλους αυτούς να αλωνίζουν επί αιώνες, πώς να κατασιγάσει η τρομάρα των αδυνάμων ώστε να μπορέσουν να ευχαριστηθούν το ψωμί, το κρασί και το σπίτι τους;
Αυτός ο φόβος συνόδεψε πολλούς και όταν, πολύ αργότερα, κατέβηκαν από τα χωριά στις πόλεις. Οι καιροί ήταν πια διαφορετικοί και οι πρώην ξυπόλητοι βρέθηκαν στους εμπορικούς δρόμους τους γεμάτους με τις βιτρίνες του ’70, του ’80, του ’90. Πίσω απ’ τις τζαμαρίες υπήρχαν πράγματα που τους γυάλιζαν, κι ανάμεσά τους το είδωλο του ίδιου τους του εαυτού, αλλαγμένο πολύ. Μπορούσαν να καυχηθούν γι’ αυτόν τον εαυτό, να φωνάξουν πως επιτέλους τα κατάφεραν να μην είναι νηστικοί, να χορτάσουν, και ακόμη να εκδικηθούν την παλιά τους πείνα με μία νέα σπατάλη. Σε πόσες αυταπάτες είχαν κιόλας παραδοθεί! Γιατί γρήγορα φάνηκε πως κάτω από την ευχαρίστηση παρέμενε πάντα ο φόβος. Αυτός ο δαίμονας που ερχόταν παλιά και χτυπούσε την πόρτα του φτωχικού σπιτιού.
Σήμερα, ο ίδιος απαίσιος ήχος ακούγεται από το εσωτερικό των διαμερισμάτων που μετατράπηκαν σε φωλιές αγωνίας. Τηλεοράσεις, υπολογιστές, ραδιόφωνα και τηλέφωνα φέρνουν τα κακά μαντάτα με μια έξαψη που είναι ταυτόχρονα και σημάδι χαιρεκακίας. Κυρίες και κύριοι, μάθετέ το, ξαναγινόσαστε αυτό που ήσασταν κάποτε: άνθρωποι αναγκασμένοι να μετράτε και την τελευταία δεκάρα σας. Με μια διαφορά όμως (που δεν τη λένε).
Οτι πιο παλιά μπορούσε ένας στριμωγμένος να ξεπερνάει πότε πότε τη φτώχεια και να γλεντάει τις σκοτούρες του. Ενώ σήμερα του λείπει το κουράγιο. Αντίθετα με τους γονείς και τους παππούδες του τρέμει στη σκέψη πως αν του κοπεί ο μισθός του, θα του κοπεί και η θέληση να φτιάξει τη ζωή του. Αυτή η θέληση που αντλείται απ’ ό, τι είμαστε και όχι απ’ ό, τι έχουμε. Πρέπει, λοιπόν, να οικτίρουμε τον εαυτό μας, εάν φθάσουμε να πιστέψουμε ότι όπως μας έκλεψαν τα «έξω» έτσι μας έκλεψαν και το «μέσα» μας.
Αλήθεια, όμως, υπάρχει κάτι γόνιμο εκεί μέσα, στα ψυχικά μας υποστρώματα; Ή μήπως εξατμίστηκε; Η εμπειρία λέει πως υπάρχει. Είναι ένα κάποιο απόθεμα ζωτικότητας. Πράγματι, σπάνια θα βρείτε Ελληνα ικανοποιημένο με την απραξία του, ακόμη κι αν αυτή του προσφέρει κάποια βολή. Η πλειονότητα νιώθει τη φαγούρα της δράσης, θέλει να ενεργήσει, να επιφέρει αλλαγές και το θέλει τόσο πολύ ώστε στο τέλος συχνά ξεχνάει το έργο που άρχισε και ξοδεύεται σε πληθωρικές και ακατάστατες κινήσεις.
Γιατί αυτό που ενδιαφέρει πιο πολύ είναι να αποδείξει κανείς ότι «μπορεί», ότι το να μένει με δεμένα τα χέρια είναι γι’ αυτόν αρρώστια ή ξεπεσμός.
Καταλαβαίνουμε ότι έτσι η ζωτικότητα του λαού διατρέχει τον κίνδυνο να χαραμιστεί. Κι αυτό συμβαίνει. Δεν φτιάχνονται έργα στη χώρα μας, φτιάχνονται απλώς υποψήφιοι για εκτέλεση έργων. Εστω κι έτσι, όμως, η προσφορά ενέργειας από τα κάτω υπάρχει. Και είναι κρίμα, είναι έγκλημα -το μεγαλύτερο ίσως απ’ όλα τα πολιτικά εγκλήματα- που οι κυβερνώντες, χρόνια τώρα, στέκονται αδέξιοι και αναβλητικοί μπροστά σ’ αυτή τη σφύζουσα διαθεσιμότητα χεριών και μυαλών.
Ακούγονται φωνές που τρυπάνε τ’ αυτιά μας. Είναι νέοι αγρότες που ζητάνε απελπισμένα κατευθυντήριες οδηγίες για να αναδιαρθρώσουν τις καλλιέργειές τους. Είναι άλλοι νέοι που έχουν την όρεξη να οργανώσουν μια επιχείρηση και βρίσκονται αντιμέτωποι με χαοτικούς «κωδικούς» και «προγράμματα». Είναι όλοι αυτοί που ανυπομονούν να αναλάβουν πρωτοβουλίες την ίδια στιγμή που η ηγεσία εξετάζει κι επανεξετάζει ποια κίνητρα να δώσει ώστε να εμφανιστούν οι δραστήριοι και οι καινοτόμοι. Μα δεν τους βλέπει πως είναι κιόλας στο πόδι; Δεν βλέπει πως παρουσιάστηκαν οι ανασκουμπωμένοι και περιμένουν; Φαίνεται πως όχι. Φαίνεται πως για τη συνομοταξία των καθιστών οι όρθιοι αντιπροσωπεύουν κάτι ανεξέλεγκτο, υπερβολικά απρόβλεπτο. Μεγάλος μπελάς να οργανωθεί η ζωτικότητα.
Απ’ την άλλη, όμως, η ανάγκη πιέζει, οι προθεσμίες λήγουν. Το τι κάνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι εξαρτάται από το τι αντάλλαγμα είναι έτοιμοι να δώσουν προκειμένου να ζήσουν. Θα επικρατήσει άραγε η υπεκφυγή ή η πράξη; Πάντως εκείνος ο σοφός Βοιωτός δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να δυστυχήσει ένας.
* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
πηγή: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_02/07/2011_447839
Τρίτη 2 Αυγούστου 2011
Ο Μπετόβεν στις φτωχογειτονιές και στις τρώγλες του Τρίτου Κόσμου. Το κίνημα El Sistema στη Βενεζουέλα. - Δημήτρης Μαυρίδης
Ένα πρωινό του 1975, σε ένα απόμερο άδειο πάρκινγκ κάποιας φτωχογειτονιάς στο Καράκας της Βενεζουέλας, ο Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου άρχισε να παραδίδει δωρεάν μαθήματα μουσικής στους ένδεκα φτωχοντυμένους μαθητές του. Τα παιδιά αυτά δεν είχαν καμιά προοπτική να σπουδάσουν και ούτε υπήρχε δυνατότητα να βρεθούν ποτέ σε ένα ωδείο. Διέθεταν μόνο μερικά φθηνά βιολιά και αναλόγια που τους είχε δωρίσει κάποιος φίλος. Αυτή ήταν η αρχή του κινήματος El Sistema, που έμελλε να αλλάξει τις ζωές τους, αλλά και τις ζωές χιλιάδων άλλων παιδιών.
Ο Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου, γεννημένος από φτωχή οικογένεια το 1939 σε κάποια επαρχία της Βενεζουέλας, ήταν οικονομολόγος και είχε πάθος με τη μουσική. Τον ίδιο απασχολούσε η κοινωνική κατάπτωση και το αδιέξοδο των παιδιών της χώρας του, όπου η ανεργία, η εγκληματικότητα, η αμάθεια και η παράδοση στα ναρκωτικά ήταν η συνηθέστερη μοίρα των νέων ανθρώπων. Με τη μουσική θέλω να νικήσω τη φτώχεια, δεν κουράζεται να δηλώνει ο Αμπρέου, και συμπληρώνει: θέλω με τη μουσική να ανυψώσω το πνεύμα των παιδιών και να τους δώσω ένα στόχο. Να καλλιεργήσω τον κόσμο τους, τη φαντασία τους, τον δυναμισμό τους και έτσι να τα κάνω να ονειρευτούν ένα καλύτερο μέλλον. Τα κοινωνικά προβλήματα της Βενεζουέλας είναι τεράστια και μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Τα στοιχεία, τα σχετικά με την εγκληματικότητα, είναι καταθλιπτικά. Ό,τι είναι το πιο τραγικό και πιο επώδυνο αποτέλεσμα της φτώχειας δεν είναι η έλλειψη τροφής ή στέγης, αλλά η αίσθηση ότι είσαι ένα τίποτα, η έλλειψη ταυτότητας και η έλλειψη αξιοπρέπειας. To αδιέξοδο αυτό, όπως εκφράζεται στα λόγια της Μητέρας Τερέζας, ανέλαβε να ανατρέψει ο Αμπρέου χωρίς μέσα και υποστήριξη. Και μάλιστα σε μια χώρα όπου η λεγόμενη κλασική μουσική της Ευρώπης ήταν μάλλον κάτι άγνωστο, αφού στη Βενεζουέλα των 27.000.000 κατοίκων υπήρχαν εκείνη την εποχή μόνο δύο συμφωνικές ορχήστρες. Το κίνημα El Sistema είναι προσανατολισμένο σε παιδιά της μεσαίας και της χαμηλής τάξης και σχεδιασμένο ώστε να προσφέρει ικανοποίηση, ήθος, πειθαρχία, αλλά και διέξοδο στην απασχόληση και στην κοινωνική ένταξη των μαθητών.
Σήμερα, μετά από 35 χρόνια δράσης του κινήματος El Sistema διαπιστώνουμε την παράδοξη και μοναδική επιτυχία του. Ο Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου πέτυχε το ακατόρθωτο. Στα 160 ωδεία, τα οποία δημιούργησε, διδάσκουν 3.000 δάσκαλοι και παρακολουθούν δωρεάν μαθήματα 300.000 παιδιά από δύο ετών και πάνω, ενώ συνολικά οι μαθητές που πέρασαν από τα ωδεία φθάνουν τα 2.000.000. Η Βενεζουέλα, μια χώρα χωρίς μουσική παράδοση, διαθέτει σήμερα πάνω από 200 ορχήστρες νέων και τροφοδοτεί την ίδια την Ευρώπη με προικισμένους και ευαίσθητους μουσικούς που απασχολούνται στις ορχήστρες της, αλλά και σε μερικές από τις καλύτερες ορχήστρες του κόσμου. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία του εξαιρετικού κλαρινετίστα Λέναρ Ακόστα, ο οποίος σήμερα είναι διεθνώς γνωστός, αλλά όντας παιδί και προτού σπουδάσει μουσική είχε φυλακισθεί εννέα φορές για ένοπλη ληστεία και εμπόριο ναρκωτικών.
Δεν πρόκειται για καλλιτεχνικό κίνημα, αλλά για ένα πολύπλευρο κίνημα κοινωνικής διάσωσης που δεν προσφέρει μόνο ατομική σωτηρία και φιλοδοξεί να μεταμορφώσει την κοινωνία ως σύνολο με βάση την αλληλεγγύη και τη συνεργασία. Οι σκοπιμότητες αυτές στοχεύονται με εργαλείο ένα επίτευγμα του Δυτικού κόσμου: τη Μεγάλη Μουσική όπως πραγματώνεται μέσα στη συλλογικότητα της συμφωνικής ορχήστρας. Γι’ αυτό η διδασκαλία της μουσικής από το El Sistema είναι πάντοτε ομαδική, ώστε το παιδί να αισθάνεται πάντα μέλος ενός συνόλου. Με τη συμμετοχή των παιδιών στη συμφωνική ορχήστρα τα παιδιά αναγνωρίζουν την προσωπική τους ταυτότητα, τη συνεργασία και την πειθαρχία του συλλογικού έργου. Αποκτούν ρόλο, θέση και προσωπικότητα ως ισότιμα μέλη ενός συνόλου που επιδιώκει κοινό σκοπό. Είναι συναρπαστική και δεν ξεχνιέται η εντύπωση του συνόλου των παιδιών που συμμετέχουν στη συμφωνική ορχήστρα, καθώς παίζουν μουσική με χαρακτηριστική αφοσίωση, πείσμα και πάθος. Σύμφωνα με την αφήγηση του Αμπρέου όλα αυτά κάνουν μία δυναμική και ανερχόμενη κοινωνική δομή. Το μεγαλύτερο μέρος των παιδιών μας ανήκουν στα ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού της Βενεζουέλας. Αυτό τα ενθαρρύνει να κάνουν νέα όνειρα, να βάλουν νέους στόχους και να προοδεύσουν με τις διάφορες ευκαιρίες, που θα τους δοθούν μέσα από τη μουσική. Τέλος, στο κοινωνικό πεδίο, οι ορχήστρες αναδεικνύονται ως δημιουργικοί χώροι πολιτισμού και πηγές ανταλλαγής ιδεών και νέων νοημάτων. Ο αυθορμητισμός της μουσικής δεν είναι πια είδος πολυτελείας – γίνεται κοινό κτήμα της κοινωνίας. Κάνει ένα παιδί να μπορεί να παίζει βιολί στο σπίτι, ενώ ο πατέρας δουλεύει στο μαραγκάδικό του. Η μουσική γίνεται μέσο αντιμετώπισης της αλλοτρίωσης και του κοινωνικού αποκλεισμού και πεδίο κοινωνικής ανάπτυξης.
Το κίνημα El Sistema έγινε αιφνιδίως γνωστό έξω από τα σύνορα της Βενεζουέλας, όταν το 2007 η Ορχήστρα των Νέων της Βενεζουέλας Σιμόν Μπολιβάρ έδωσε θριαμβευτική συναυλία στο Λονδίνο. Η ορχήστρα αυτή είναι το απάνθισμα και ο πολυτιμότερος καρπός του κινήματος. Διευθυντής της ορχήστρας ήταν ο, τότε 26 χρονών, ιδιοφυής νεαρός αρχιμουσικός, Γκουστάβο Ντουνταμέλ, τα 200 μέλη της ορχήστρας ήταν νέοι από 16 έως 26 χρονών. Ο Ντουνταμέλ είναι ο εκλεκτός του Αμπρέου και δημιούργημά του. Έκτοτε οι ερμηνείες ορισμένων συμφωνικών έργων του Μπετόβεν, του Μάλερ και του Σοστακόβιτς καθιέρωσαν τον Ντουνταμέλ ως μουσικό αστέρα, ενώ η Ορχήστρα Νέων Σιμόν Μπολιβάρ θεωρήθηκε ως μία από τις τέσσερις καλύτερες του κόσμου. Η ορχήστρα δίνει συναυλίες με τη διεύθυνση διάσημων αρχιμουσικών, όπως ο Ρικάρντο Μούτι, ο Γκιουζέπε Σιννόπολι και ο Σίμων Ράττλ και συγκρίνεται με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου, τη Φιλαρμονική της Βιέννης, την ορχήστρα Φιλαρμόνια του Λονδίνου και την ορχήστρα Κονσερτγκεμπάου του Άμστερνταμ, τις οποίες αντίστοιχα διευθύνει ο νεαρός Γκουστάβο Ντουνταμέλ. Είναι πραγματικά ανεξήγητος ο δυναμισμός και η εσωτερικότητα της ερμηνείας της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν από τον Ντουνταμέλ και την ορχήστρα του. Το έργο αυτό έχει καθιερωθεί ως κορυφαίο στα προγράμματα των συμφωνικών συναυλιών και εθεωρείτο ότι ο Οττο Κλέμπερερ και ο Κάρλος Κλάιμπερ είχαν δώσει την κορυφή στην απόδοση του. Ανάλογα ο δυναμισμός και η λάμψη της Πρώτης Συμφωνίας του Μάλερ, όπως αποδίδονται από τον Ντουνταμέλ, σβήνουν πολλές από τις μέχρι τώρα ερμηνείες, ενώ το χιούμορ και το πάθος με το οποίο ο Ντουνταμέλ παρουσιάζει την 10η Συμφωνία του Σοστακόβιτς θα καθιερώσουν ένα τρόπο ερμηνείας του έργου αυτού. Ήδη ο Γκουστάβο Ντουνταμέλ κάνει διεθνή καριέρα και είναι μόνιμος διευθυντής της Φιλαρμονικής ορχήστρας του Λος Άντζελες.
Πρόκειται για ένα αναγεννητικό κίνημα; Όχι ακριβώς. Ο Αμπρέου και οι συνεργάτες του δεν πασχίζουν να επαναφέρουν κάτι το οποίο η Βενεζουέλα έχει χάσει. Πρόκειται μάλλον για κοινωνικό κίνημα που ξεκινά από τη θέληση μιας χαρισματικής προσωπικότητας. Η δυτική μουσική δεν είναι κάτι εγγενές στη Βενεζουέλα που είναι μια χώρα όπου το 70% των κατοίκων είναι μιγάδες και οι πολιτισμικές παραδόσεις είναι συγκεχυμένες. Η λεγόμενη κλασική μουσική δεν είναι κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για τις πνευματικές παραδόσεις της χώρας αυτής. Άλλωστε ό,τι ονομάζουμε σήμερα κλασική μουσική επιβιώνει και εκτιμάται κυρίως στα αστικά περιβάλλοντα του δυτικού κόσμου και αποτελεί έκφραση της μεγάλης αστικής παράδοσης των Δυτικών.
Αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση αυτή είναι επιπολιτισμός με την υιοθέτηση ενός πολιτισμικού στοιχείου του κέντρου της Δύσης από μια χώρα της περιφέρειας, τη Βενεζουέλα, η οποία το αναπλάθει και το ενσωματώνει. Η χώρα της περιφέρειας είναι αυτή που επιστρέφει το πολιτισμικό δάνειο. Στη θεωρία των παγκόσμιων συστημάτων ο Ιμμανουέλ Βαλερστάιν είχε επεξεργαστεί πριν μερικές δεκαετίες παραλλαγή του θέματος αυτού και είχε προφητεύσει την αναγέννηση των χωρών της περιφέρειας. Κατά τον Βαλερστάιν οι χώρες του Τρίτου Κόσμου θα αμφισβητήσουν την παγκόσμια κυριαρχία της Δύσης με αναγεννητικά κινήματα και συνακόλουθη πολιτισμική επίδραση προς το κέντρο.
http://www.antibaro.gr
Ο Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου, γεννημένος από φτωχή οικογένεια το 1939 σε κάποια επαρχία της Βενεζουέλας, ήταν οικονομολόγος και είχε πάθος με τη μουσική. Τον ίδιο απασχολούσε η κοινωνική κατάπτωση και το αδιέξοδο των παιδιών της χώρας του, όπου η ανεργία, η εγκληματικότητα, η αμάθεια και η παράδοση στα ναρκωτικά ήταν η συνηθέστερη μοίρα των νέων ανθρώπων. Με τη μουσική θέλω να νικήσω τη φτώχεια, δεν κουράζεται να δηλώνει ο Αμπρέου, και συμπληρώνει: θέλω με τη μουσική να ανυψώσω το πνεύμα των παιδιών και να τους δώσω ένα στόχο. Να καλλιεργήσω τον κόσμο τους, τη φαντασία τους, τον δυναμισμό τους και έτσι να τα κάνω να ονειρευτούν ένα καλύτερο μέλλον. Τα κοινωνικά προβλήματα της Βενεζουέλας είναι τεράστια και μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Τα στοιχεία, τα σχετικά με την εγκληματικότητα, είναι καταθλιπτικά. Ό,τι είναι το πιο τραγικό και πιο επώδυνο αποτέλεσμα της φτώχειας δεν είναι η έλλειψη τροφής ή στέγης, αλλά η αίσθηση ότι είσαι ένα τίποτα, η έλλειψη ταυτότητας και η έλλειψη αξιοπρέπειας. To αδιέξοδο αυτό, όπως εκφράζεται στα λόγια της Μητέρας Τερέζας, ανέλαβε να ανατρέψει ο Αμπρέου χωρίς μέσα και υποστήριξη. Και μάλιστα σε μια χώρα όπου η λεγόμενη κλασική μουσική της Ευρώπης ήταν μάλλον κάτι άγνωστο, αφού στη Βενεζουέλα των 27.000.000 κατοίκων υπήρχαν εκείνη την εποχή μόνο δύο συμφωνικές ορχήστρες. Το κίνημα El Sistema είναι προσανατολισμένο σε παιδιά της μεσαίας και της χαμηλής τάξης και σχεδιασμένο ώστε να προσφέρει ικανοποίηση, ήθος, πειθαρχία, αλλά και διέξοδο στην απασχόληση και στην κοινωνική ένταξη των μαθητών.
Σήμερα, μετά από 35 χρόνια δράσης του κινήματος El Sistema διαπιστώνουμε την παράδοξη και μοναδική επιτυχία του. Ο Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου πέτυχε το ακατόρθωτο. Στα 160 ωδεία, τα οποία δημιούργησε, διδάσκουν 3.000 δάσκαλοι και παρακολουθούν δωρεάν μαθήματα 300.000 παιδιά από δύο ετών και πάνω, ενώ συνολικά οι μαθητές που πέρασαν από τα ωδεία φθάνουν τα 2.000.000. Η Βενεζουέλα, μια χώρα χωρίς μουσική παράδοση, διαθέτει σήμερα πάνω από 200 ορχήστρες νέων και τροφοδοτεί την ίδια την Ευρώπη με προικισμένους και ευαίσθητους μουσικούς που απασχολούνται στις ορχήστρες της, αλλά και σε μερικές από τις καλύτερες ορχήστρες του κόσμου. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία του εξαιρετικού κλαρινετίστα Λέναρ Ακόστα, ο οποίος σήμερα είναι διεθνώς γνωστός, αλλά όντας παιδί και προτού σπουδάσει μουσική είχε φυλακισθεί εννέα φορές για ένοπλη ληστεία και εμπόριο ναρκωτικών.
Δεν πρόκειται για καλλιτεχνικό κίνημα, αλλά για ένα πολύπλευρο κίνημα κοινωνικής διάσωσης που δεν προσφέρει μόνο ατομική σωτηρία και φιλοδοξεί να μεταμορφώσει την κοινωνία ως σύνολο με βάση την αλληλεγγύη και τη συνεργασία. Οι σκοπιμότητες αυτές στοχεύονται με εργαλείο ένα επίτευγμα του Δυτικού κόσμου: τη Μεγάλη Μουσική όπως πραγματώνεται μέσα στη συλλογικότητα της συμφωνικής ορχήστρας. Γι’ αυτό η διδασκαλία της μουσικής από το El Sistema είναι πάντοτε ομαδική, ώστε το παιδί να αισθάνεται πάντα μέλος ενός συνόλου. Με τη συμμετοχή των παιδιών στη συμφωνική ορχήστρα τα παιδιά αναγνωρίζουν την προσωπική τους ταυτότητα, τη συνεργασία και την πειθαρχία του συλλογικού έργου. Αποκτούν ρόλο, θέση και προσωπικότητα ως ισότιμα μέλη ενός συνόλου που επιδιώκει κοινό σκοπό. Είναι συναρπαστική και δεν ξεχνιέται η εντύπωση του συνόλου των παιδιών που συμμετέχουν στη συμφωνική ορχήστρα, καθώς παίζουν μουσική με χαρακτηριστική αφοσίωση, πείσμα και πάθος. Σύμφωνα με την αφήγηση του Αμπρέου όλα αυτά κάνουν μία δυναμική και ανερχόμενη κοινωνική δομή. Το μεγαλύτερο μέρος των παιδιών μας ανήκουν στα ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού της Βενεζουέλας. Αυτό τα ενθαρρύνει να κάνουν νέα όνειρα, να βάλουν νέους στόχους και να προοδεύσουν με τις διάφορες ευκαιρίες, που θα τους δοθούν μέσα από τη μουσική. Τέλος, στο κοινωνικό πεδίο, οι ορχήστρες αναδεικνύονται ως δημιουργικοί χώροι πολιτισμού και πηγές ανταλλαγής ιδεών και νέων νοημάτων. Ο αυθορμητισμός της μουσικής δεν είναι πια είδος πολυτελείας – γίνεται κοινό κτήμα της κοινωνίας. Κάνει ένα παιδί να μπορεί να παίζει βιολί στο σπίτι, ενώ ο πατέρας δουλεύει στο μαραγκάδικό του. Η μουσική γίνεται μέσο αντιμετώπισης της αλλοτρίωσης και του κοινωνικού αποκλεισμού και πεδίο κοινωνικής ανάπτυξης.
Το κίνημα El Sistema έγινε αιφνιδίως γνωστό έξω από τα σύνορα της Βενεζουέλας, όταν το 2007 η Ορχήστρα των Νέων της Βενεζουέλας Σιμόν Μπολιβάρ έδωσε θριαμβευτική συναυλία στο Λονδίνο. Η ορχήστρα αυτή είναι το απάνθισμα και ο πολυτιμότερος καρπός του κινήματος. Διευθυντής της ορχήστρας ήταν ο, τότε 26 χρονών, ιδιοφυής νεαρός αρχιμουσικός, Γκουστάβο Ντουνταμέλ, τα 200 μέλη της ορχήστρας ήταν νέοι από 16 έως 26 χρονών. Ο Ντουνταμέλ είναι ο εκλεκτός του Αμπρέου και δημιούργημά του. Έκτοτε οι ερμηνείες ορισμένων συμφωνικών έργων του Μπετόβεν, του Μάλερ και του Σοστακόβιτς καθιέρωσαν τον Ντουνταμέλ ως μουσικό αστέρα, ενώ η Ορχήστρα Νέων Σιμόν Μπολιβάρ θεωρήθηκε ως μία από τις τέσσερις καλύτερες του κόσμου. Η ορχήστρα δίνει συναυλίες με τη διεύθυνση διάσημων αρχιμουσικών, όπως ο Ρικάρντο Μούτι, ο Γκιουζέπε Σιννόπολι και ο Σίμων Ράττλ και συγκρίνεται με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου, τη Φιλαρμονική της Βιέννης, την ορχήστρα Φιλαρμόνια του Λονδίνου και την ορχήστρα Κονσερτγκεμπάου του Άμστερνταμ, τις οποίες αντίστοιχα διευθύνει ο νεαρός Γκουστάβο Ντουνταμέλ. Είναι πραγματικά ανεξήγητος ο δυναμισμός και η εσωτερικότητα της ερμηνείας της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν από τον Ντουνταμέλ και την ορχήστρα του. Το έργο αυτό έχει καθιερωθεί ως κορυφαίο στα προγράμματα των συμφωνικών συναυλιών και εθεωρείτο ότι ο Οττο Κλέμπερερ και ο Κάρλος Κλάιμπερ είχαν δώσει την κορυφή στην απόδοση του. Ανάλογα ο δυναμισμός και η λάμψη της Πρώτης Συμφωνίας του Μάλερ, όπως αποδίδονται από τον Ντουνταμέλ, σβήνουν πολλές από τις μέχρι τώρα ερμηνείες, ενώ το χιούμορ και το πάθος με το οποίο ο Ντουνταμέλ παρουσιάζει την 10η Συμφωνία του Σοστακόβιτς θα καθιερώσουν ένα τρόπο ερμηνείας του έργου αυτού. Ήδη ο Γκουστάβο Ντουνταμέλ κάνει διεθνή καριέρα και είναι μόνιμος διευθυντής της Φιλαρμονικής ορχήστρας του Λος Άντζελες.
Πρόκειται για ένα αναγεννητικό κίνημα; Όχι ακριβώς. Ο Αμπρέου και οι συνεργάτες του δεν πασχίζουν να επαναφέρουν κάτι το οποίο η Βενεζουέλα έχει χάσει. Πρόκειται μάλλον για κοινωνικό κίνημα που ξεκινά από τη θέληση μιας χαρισματικής προσωπικότητας. Η δυτική μουσική δεν είναι κάτι εγγενές στη Βενεζουέλα που είναι μια χώρα όπου το 70% των κατοίκων είναι μιγάδες και οι πολιτισμικές παραδόσεις είναι συγκεχυμένες. Η λεγόμενη κλασική μουσική δεν είναι κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για τις πνευματικές παραδόσεις της χώρας αυτής. Άλλωστε ό,τι ονομάζουμε σήμερα κλασική μουσική επιβιώνει και εκτιμάται κυρίως στα αστικά περιβάλλοντα του δυτικού κόσμου και αποτελεί έκφραση της μεγάλης αστικής παράδοσης των Δυτικών.
Αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση αυτή είναι επιπολιτισμός με την υιοθέτηση ενός πολιτισμικού στοιχείου του κέντρου της Δύσης από μια χώρα της περιφέρειας, τη Βενεζουέλα, η οποία το αναπλάθει και το ενσωματώνει. Η χώρα της περιφέρειας είναι αυτή που επιστρέφει το πολιτισμικό δάνειο. Στη θεωρία των παγκόσμιων συστημάτων ο Ιμμανουέλ Βαλερστάιν είχε επεξεργαστεί πριν μερικές δεκαετίες παραλλαγή του θέματος αυτού και είχε προφητεύσει την αναγέννηση των χωρών της περιφέρειας. Κατά τον Βαλερστάιν οι χώρες του Τρίτου Κόσμου θα αμφισβητήσουν την παγκόσμια κυριαρχία της Δύσης με αναγεννητικά κινήματα και συνακόλουθη πολιτισμική επίδραση προς το κέντρο.
http://www.antibaro.gr
Τρίτη 19 Ιουλίου 2011
Ξαναδιαβάζοντας Ηρόδοτο - Tης Χριστινας Κοψινη
Η ιστορία για το πώς ο Κροίσος σώθηκε είναι πασίγνωστη. Οταν εξήγησε στον Κύρο, ο οποίος τον οδήγησε στην πυρά, τον λόγο που επικαλούνταν γοερά τον Σόλωνα, τη γλίτωσε και στη συνέχεια έγινε σύμβουλός του. Κι όταν ο Κύρος ζήτησε γνώμη για το πώς να υποτάξει τους Μασσαγέτες, έναν πολεμοχαρή λαό στην περιοχή του σημερινού Ιράν, ο Κροίσος του είπε: «Οπως έχω μάθει, οι Μασσαγέτες αγνοούν και τα υλικά αγαθά και τον ευχάριστο τρόπο ζωής των Περσών. Λέω λοιπόν να σφάξουμε πολλά ζώα να τα μαγειρέψουμε και να στήσουμε τραπέζι μεγάλο με κάθε λογής τρόφιμα στο στρατόπεδό μας, να φέρουμε πολλούς κρατήρες αγνό κρασί και να αφήσουμε τις πιο αδύνατες μονάδες να το φυλάνε. Οι υπόλοιποι να τραβηχτούμε προς το ποτάμι. Αν δεν κάνω λάθος στον συλλογισμό μου, οι Μασσαγέτες θα επιτεθούν στο στρατόπεδο, βλέποντας όλα αυτά τα αγαθά και τότε εξαρτάται από εμάς να καταφέρουμε μεγάλα έργα». Ετσι περιγράφει ο Ηρόδοτος το σχέδιο του Κροίσου, στο πρώτο από τα εννέα βιβλία του, στην Κλειώ. Και το σχέδιο εφαρμόστηκε επιτυχώς. «Οι Μασσαγέτες έκαναν επίθεση με το ένα τρίτο του στρατού τους και σκότωσαν τους φρουρούς του στρατοπέδου. Ρίχτηκαν τότε στο φαΐ και στο κρασί και αργότερα στον ύπνο. Οι Πέρσες τότε επιτέθηκαν και σκότωσαν ορισμένους, ενώ άλλους τους αιχμαλώτισαν...»
Τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει… Ισως ο συνειρμός φανεί τραβηγμένος, αλλά γιατί οι Μασσαγέτες του 6ου π.Χ. αιώνα μου θυμίζουν εμάς, τους Νεοέλληνες του 20ού και 21ου αιώνα; Αντικαταστήστε τα αχνιστά κρέατα και το ανέρωτο κρασί με τα «διαμερίσματα πολυτελούς κατασκευής», τα αυτοκίνητα θηριώδους κυβισμού, με τα τεραστίων διαστάσεων εξοχικά, με τα προϊόντα της νέας εποχής που με τόσο ενθουσιασμό καταστήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες είδη πρώτης ανάγκης - τα ψηφιακά γκατζετάκια, τις τηλεοράσεις plasma, LCD ή 3D. Κι έπειτα, αντικαταστήστε τα όπλα με τα οποία σκότωσαν οι Πέρσες τους Μασσαγέτες -τα δόρατα, τα ξίφη- με τα δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες που γέμισαν τα πορτοφόλια μας. Το εύκολο, δανεικό χρήμα που έρευσε τις τσέπες μας, τροφοδοτώντας μιαν ανάπτυξη που στηρίχτηκε στην κατανάλωση και όχι στην παραγωγή κατέληξε να γίνει μέσο πιστωτικού εξανδραποδισμού μας. Το χειρότερο είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες, όχι μόνο επαίροντο για την ιλιγγιώδη πιστωτική επέκταση που δημιούργησε έναν ογκώδη, αλλά ανάπηρο, τραπεζικό Λεβιάθαν, αλλά συμπεριφέρονταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Επεσαν με απληστία πάνω στο εύκολο χρήμα, δανεικό ή κοινοτικό, που πρόσφεραν εχθροί και φίλοι χρηματοδοτώντας ουσιαστικά την παρακμή της χώρας. Και τελικά ήρθε η ώρα του λογαριασμού.
Το παράδοξο, τουλάχιστον στην ιστορία που διηγείται ο Ηρόδοτος, είναι ότι τελικά οι Πέρσες και ο βασιλιάς τους ηττήθηκαν από τους Μασσαγέτες, κι ο Κύρος βρήκε οικτρό θάνατο. Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε αν η ιστορία θα επαναληφθεί -σαν τραγωδία ή φάρσα- μεταξύ στερημένων Νεοελλήνων και ευφυών πιστωτών.
.kathimerini.gr
Τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει… Ισως ο συνειρμός φανεί τραβηγμένος, αλλά γιατί οι Μασσαγέτες του 6ου π.Χ. αιώνα μου θυμίζουν εμάς, τους Νεοέλληνες του 20ού και 21ου αιώνα; Αντικαταστήστε τα αχνιστά κρέατα και το ανέρωτο κρασί με τα «διαμερίσματα πολυτελούς κατασκευής», τα αυτοκίνητα θηριώδους κυβισμού, με τα τεραστίων διαστάσεων εξοχικά, με τα προϊόντα της νέας εποχής που με τόσο ενθουσιασμό καταστήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες είδη πρώτης ανάγκης - τα ψηφιακά γκατζετάκια, τις τηλεοράσεις plasma, LCD ή 3D. Κι έπειτα, αντικαταστήστε τα όπλα με τα οποία σκότωσαν οι Πέρσες τους Μασσαγέτες -τα δόρατα, τα ξίφη- με τα δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες που γέμισαν τα πορτοφόλια μας. Το εύκολο, δανεικό χρήμα που έρευσε τις τσέπες μας, τροφοδοτώντας μιαν ανάπτυξη που στηρίχτηκε στην κατανάλωση και όχι στην παραγωγή κατέληξε να γίνει μέσο πιστωτικού εξανδραποδισμού μας. Το χειρότερο είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες, όχι μόνο επαίροντο για την ιλιγγιώδη πιστωτική επέκταση που δημιούργησε έναν ογκώδη, αλλά ανάπηρο, τραπεζικό Λεβιάθαν, αλλά συμπεριφέρονταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Επεσαν με απληστία πάνω στο εύκολο χρήμα, δανεικό ή κοινοτικό, που πρόσφεραν εχθροί και φίλοι χρηματοδοτώντας ουσιαστικά την παρακμή της χώρας. Και τελικά ήρθε η ώρα του λογαριασμού.
Το παράδοξο, τουλάχιστον στην ιστορία που διηγείται ο Ηρόδοτος, είναι ότι τελικά οι Πέρσες και ο βασιλιάς τους ηττήθηκαν από τους Μασσαγέτες, κι ο Κύρος βρήκε οικτρό θάνατο. Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε αν η ιστορία θα επαναληφθεί -σαν τραγωδία ή φάρσα- μεταξύ στερημένων Νεοελλήνων και ευφυών πιστωτών.
.kathimerini.gr
Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011
Μιλάμε για την κρίση του ίδιου του Υποκειμένου - Θεόδωρος Ι. Ζιάκας
Η απολυτοποίηση των οικονομολογικών όψεων της κρίσης συσκοτίζει τον ανθρωπολογικό χαρακτήρα της: ότι δηλαδή είναι κρίση του Υποκειμένου. Ωστόσο η ανθρωπολογική αυτή διάσταση της κρίσης έχει αναδειχθεί, από τους θεωρητικούς της κοινωνικής οντολογίας, ήδη από τη δεκαετία του '80. Θυμίζω το ανεπανάληπτο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη «Η κρίση του αστικού πολιτισμού», όπου και η ανάλυση της παθολογίας του κυρίαρχου ελληνικού μεταμοντερνισμού, μαζί με την καίρια περιγραφή της εξάντλησής του, την οποία ζούμε σήμερα.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι ο επίλογος ενός ανάλογου βιβλίου, που γράφτηκε την ίδια περίοδο και το οποίο πραγματεύεται την κρίση του νεωτερικού Τεχνοσυστήματος ακριβώς ως κρίση του υποκειμένου -ως «έκλειψή» του πιο συγκεκριμένα.[*] Ως αποσύνθεση-διάλυση, λόγω εξάρθρωσης/καταστροφής της αυθυπερβατικής συστατικής του ορμής, αφ’ ενός. Αλλά, αφ’ ετέρου, όχι ως αποσύνθεσης αμετάκλητα καταστροφικής/υποστροφικής, αλλά ως εμπεριέχουσας συνάμα την δυνατότητα μετάβασης σε μια ανώτερη ανθρωπολογική βαθμίδα.
Σημείωση επί της ορολογίας:
- Με τη λέξη "υποκείμενο" νοείται εδώ ο «φορέας», η «υπόσταση» του κοινωνικού πεδίου. Πρακτικά αναφερόμαστε στους συγκεκριμένους ανθρώπους, συνυπολογίζοντας τη θέση που κατέχει -στο …GPS της κεφαλής τους- η προσιδιάζουσα στο υφιστάμενο κοινωνικό πεδίο θέσμιση των οντολογικών παραμέτρων του [ήγουν: ο τρόπος α) ρύθμισης της αντίθεσης ατομικού/συλλογικού, β) νοηματοδότησης των μεταφυσικών σημασιών και γ) θεμελίωσης της δικαιοπολιτικής νομιμοποίησης].
- Με τον όρο «αυθυπερβατική τάση» (ή «ορμή») νοείται -πρακτικά πάλι- η «δύναμη» η οποία συνέχει το άτομο με τον εν λόγω ορισμό των θεμελιωδών παραμέτρων του κοινωνικού πεδίου, -καθιστώντας το «υποκείμενο». (Για το πλήρες νόημα της λέξης «αυθυπέρβαση» πρέπει να πάει κανείς στο εν λόγω βιβλίο και μέσω αυτού στην ιλιγγιώδη οντολογία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή).
Η σημερινή κρίση μπορεί να περιγραφεί ως αδυναμία του υποκειμένου της νεωτερικότητας να ελέγξει την αντίφαση ανάμεσα στο σύστημα των αναγκών του και στις συνέπειες του, που είναι το κοινωνικό, το εθνικό και το οικολογικό πρόβλημα.
Η αδυναμία αυτή αφορά την ίδια την προϋπόθεση κάθε εναλλακτικής λύσης: την ικανότητα του υποκειμένου να αποστασιοποιείται από τις κοινωνικά καθορισμένες ανάγκες του. Μ' αυτή την έννοια μιλάμε πλέον για κρίση του ίδιου του υποκειμένου.
I.
Ο ισχυρισμός ότι η κρίση αφορά το ίδιο το υποκείμενο μπορεί να βασιστεί σε δύο επισημάνσεις. Η πρώτη προκύπτει από την εμπειρία του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος, που αντιπροσωπεύει τη γιγαντιαία, αλλά αποτυχημένη, προσπάθεια της νεωτερικότητας να θέσει υπό έλεγχο τις διογκούμενες αντιφάσεις της. Η δεύτερη προκύπτει από τη σημερινή γενικευμένη «απάθεια» του νεωτερικού υποκειμένου.
Η προβληματική πάνω στην αποτυχία του σοσιαλισμού οδηγεί ακριβώς στο υποκείμενο. Διαπιστώνεται, σε όλες τις περιπτώσεις, ότι το «υποκείμενο της αλλαγής» αναπαράγει στο εσωτερικό του και στην κοινωνία, τις σχέσεις που προσπαθεί να «εξαλείψει». Αποδείχθηκε ότι η «καταστροφή του εχθρού» δεν εξασφαλίζει το ζητούμενο. Δεν φτάνει να «αλλάξουν οι συνθήκες». Πρέπει να αλλάξει και το ίδιο το «υποκείμενο της αλλαγής», ώστε να μην τις αναπαράγει. Καταδείχθηκε, με ακριβοπληρωμένη εμπειρία, ότι οι αντιφάσεις της νεωτερικότητας ριζώνουν στην ίδια τη «δομή» του υποκειμένου της και δεν μπορούν να λυθούν χωρίς ειδική παρέμβαση και στη δομή αυτή. Εκτός από τη θεωρία και πρακτική της «αλλαγής των συνθηκών», χρειαζόταν και κάποια ειδική θεωρία και πρακτική αυτο-αλλαγής του ίδιου του «υποκειμένου της αλλαγής».
Η ύπαρξη μιας τέτοιας θεωρίας «αλλαγής του υποκειμένου» θα οδηγούσε προφανώς και σε μια διαφορετικότερη θεωρία «αλλαγής των συνθηκών».
Η δεύτερη επισήμανση προκύπτει από την κοινότοπη παρατήρηση πως ενώ είναι φανερό ότι ο σύγχρονος πολιτισμός πριονίζει ο ίδιος το κλαδί στο οποίο κάθεται (υπερβαίνοντας τα οικολογικά και τα κοινωνικά του όρια) το αποτέλεσμα είναι η πλήρης «απάθεια» και απραξία. Οι εκκλήσεις των οικολόγων, των εναλλακτικών, των ηθικολόγων κ.λπ., στη λογικότητα και την ηθική ευαισθησία του υποκειμένου, δεν το αγγίζουν. Πράγμα που σημαίνει ότι το συμφέρον του ανθρώπου ως είδους, το «καλό της ανθρωπότητας», το «καλό των παιδιών μας» κ.τ.τ., τελικά δεν έχουν «τόπο» στη σύσταση του υποκειμένου της νεωτερικότητας.
Η διατύπωση αυτή μοιάζει υπερβολική, αλλά επαληθεύεται σήμερα πλήρως και πρωτίστως, από τη συμπεριφορά της «σιωπηλής πλειοψηφίας». Καλύπτει επίσης και όλους εκείνους πού αναγνωρίζουν στον εαυτό τους μια «ευαισθησία» εθνική, κοινωνική ή οικολογική: Η πλειονότητά τους σκέπτεται ότι «κάτι πρέπει να κάνουν». Αντιλαμβάνονται όμως ότι δεν έχουν την απαιτούμενη «ψυχική δύναμη». Οι υπόλοιποι δεν ξέρουν τί είναι αυτό που πρέπει να κάνουν. Κι αν υποθέσουμε ότι κατορθώνουν, μερικοί απ' αυτούς, να εντοπίσουν μια «εναλλακτική πρόταση» και να μπουν στον αγώνα για την πραγματοποίησή της, ανακαλύπτουν αμέσως ότι δεν μπορούν να πετύχουν τον απαιτούμενο συλλογικό συντονισμό. Όταν (και αν) λύσουν το πρόβλημα αυτό, ανακαλύπτουν ότι είναι πολύ δύσκολο, έως αδύνατο, να πείσουν τις ευρύτερες λαϊκές μάζες. Κι αν τέλος υποθέσουμε ότι κατορθώνουν να σπάσουν κι αυτό το φράγμα και να γίνουν μαζικό κίνημα, τότε θα βρεθούν αντιμέτωποι με την εσωτερική πλευρά του προβλήματος: με το φαινόμενο της τροπής του «υποκειμένου της αλλαγής» στο αντίθετο του. Με το φαινόμενο πάνω στο οποίο, εντελώς άοπλος καθώς ήταν, συνετρίβη ο μαρξισμός.
Η (υποθετική) παρεμβολή (στην ανωτέρω προβληματική) α) της υλικής δύναμης των ηγετικών κοινωνικών ομάδων, οι επιδιώξεις των οποίων προϋποθέτουν την εξουδετέρωση των κινημάτων εθνικής, κοινωνικής και οικολογικής ευαισθησίας, σε συνδυασμό β) με τις παραλυτικές επιπτώσεις της κατάρρευσης των οραματικών διεξόδων της νεωτερικότητας, είναι ασφαλώς αναγκαία συνθήκη για την κατανόηση της αδυναμίας του νεωτερικού υποκειμένου. Δεν είναι όμως και ικανή.
II.
Η αδυναμία του υποκειμένου, όπως σκιαγραφείται από τις παρατηρήσεις αυτές, δεν υποδηλώνει απλώς την κρίση κάποιων εξωτερικών στοιχείων της παρουσίας του. Αν λάβουμε υπόψη την έκρηξη των ψυχικών ασθενειών, τη μάστιγα των ναρκωτικών, την εξάπλωση της εγκληματικότητας, ή την αυξανόμενη καταφυγή στον φαντασιακό χώρο της λεγόμενης «εικονικής πραγματικότητας», θα διαπιστώσουμε ότι η αναπαραγωγή του νεωτερικοΰ «παραδείγματος» δεν προκαλεί μόνο τα τρία διηπειρωτικά προβλήματα, που αναφέραμε στην αρχή του επιλόγου. Προκαλεί και την καταστροφή, ή τουλάχιστον την εξουδετέρωση, ουσιωδών διαστάσεων της υποκειμενικότητας. Κάτι που πρέπει να αξιολογηθεί ως η βαθύτερη όψη της κρίσης.
Πράγματι. Η κρίση του υποκειμένου μπορεί να περιγραφεί σαν εμπλοκή και στις δύο ροπές ή τάσεις, που συνιστούν τον άνθρωπο, ως χωροχρονική παρουσία: Τόσο της αυτο-επιβεβαιωτικής, μέσω της οποίας αναπαράγει τον εαυτό του ως άτομο, όσο και της αυθυ-περβατικής, μέσω της οποίας αναπαράγει τους όρους ύπαρξης της κοινωνικής ολότητας, έναντι της οποίας και ορίζεται ως άτομο (-υποκείμενο).
α) Η ραγδαία αποδιάρθρωση του ατόμου, ως παρουσίας με εσωτερική συνέχεια, καθιστά εμφανή την εμπλοκή στη λειτουργία της αυτο-επιβεβαιωτικής τάσης. Ο βίος του ατόμου τείνει να γίνει ακολουθία άσχετων στιγμών. Λείπει ο διαχρονικός σκοπός, που έχει τεθεί από το ίδιο το υποκείμενο και προσδίδει στις ενέργειές του ενο-ποιό-δια-χρονικό νόημα. Η υποκειμενικότητα, αντί να είναι όντως ατομικότητα, παρουσία με διαχρονική ταυτότητα, όπως τουλάχιστον τη θέλει ο ιδεότυπος του Διαφωτισμού, καταντά χαοτικότητα. Δίχως ενότητα και συνέχεια. Δίχως νόημα. Τα όποια στοιχεία ενότητας και συνέχειας μπορούν να παρατηρηθούν, ανάγονται εν γένει στη βιολογική και πολιτισμική φύση του υποκειμένου και όχι στην «αυτόνομη βούλησή» του. Ανάγονται στην «κανονικότητα» των στοιχειωδών φυσικών ορμών και των διεμβλημένων επιταγών του απρόσωπου κοινωνικού μηχανισμού, μέσα στον όποιο έχει «χυθεί» ο χυλός αυτός που, κατ' ευφημισμόν, εξακολουθεί να λέγεται «υποκείμενο». Το αυτόνομο άτομο του Διαφωτισμού πραγματώνεται τελικά ακριβώς ως το αντίθετο του: ως κοινωνικό αυτόματο.
β) Η εμπλοκή στη λειτουργία της αυθυπερβατικής τάσης εκφράζεται, τυπικά, ως ανυπαρξία υπερατομικού ιδανικού. Το περιβόητο «τέλος των ιδεολογιών» συμπυκνώνει την κατάρρευση όλων των οραματικών διεξόδων της νεωτερικότητας. Το πρόβλημα βεβαίως δεν βρίσκεται στην αποσύνδεση της αυθυπερβατικής τάσης από τις χρεωκοπημένες μορφές υπερατομικού ιδανικού, αλλά στην αδρανοποίησή της και στην ανεπανόρθωτη ίσως εξάρθρωσή της. Βρίσκεται στη δημιουργία της σημερινής άκρως επικίνδυνης κατάστασης, όπου το γενικό καλό, το καλό του είδους, παύει να έχει υποκειμενική αναφορά και εσωτερικό στήριγμα στην παρουσία του σημερινού νεωτερικού ανθρώπου.
Στο σημείο αυτό πρέπει να προσθέσουμε ότι ο πολιτισμός της νεωτερικότητας δεν νοηματοδοτεί την αυ-θυπερβατική τάση ως οργανικό-συστατικό στοιχείο του ανθρώπου. Την θεωρεί εκδήλωση εξωτερικών διεμβολών, περιοριστικών της ατομικής ελευθερίας, δηλαδή παθολογική. Και δεν διαθέτει, φυσικά, καμιά ειδική θεωρία και πρακτική για την καλλιέργεια της, ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να διακρίνει το γενικό καλό από τις, πάντοτε πιθανές, πολυποίκιλες ειδωλοποιήσεις και παραπλανητικές μεταθέσεις του. Προφανώς ο ευνουχισμός της αυθυπερβατικής τάσης εμποδίζει την ομαλή λειτουργία και της ίδιας της αυτοεπιβεβαιωτικής τάσης, η οποία χρειάζεται πάντοτε κάποιο αυθυπερβατικό σημείο αναφοράς (έστω και «ατομικιστικό»), για να συγκροτήσει αυτό που θα μπορούσε να είναι η διαχρονική «ατομική ταυτότητα» του υποκειμένου της.
Οι δύο αυτές προσεγγίσεις μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε για ποιο λόγο η νεωτερικότητα, αντί να ενσαρκώνει το πρότυπό της, το αυτόνομο άτομο, ενσαρκώνει τελικά το αντίθετο του: το χαοτικό κοινωνικό ενεργούμενο. Ώστε τελικά οι παθολογικές κοινωνικές δομές να αποκτούν τη γνωστή ανεξέλεγκτη δυναμική τους.
III.
Η διαπίστωση για την εξάρθρωση της αυθυπερβατικής τάσης και την εσωτερική αποδιάρθρωση του υποκειμένου, μετατρέπει, αυτομάτως, κάθε εναλλακτική πρόταση σε ιδεολογική φενάκη. Σε λέξεις κενές περιεχομένου. Έτσι χωρίς θεωρία και πρακτική ανασχετικής παρεμβολής στις υφιστάμενες αποσυνθετικές διαδικασίες υποκειμενοποίησης, δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για πραγματική εναλλακτική λύση.
Η ζητούμενη θεωρία και πρακτική βρίσκεται έξω από τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του υποκειμένου της νεωτερικότητας, γιατί αφορά τη διαχείριση της αυθυπερβατικής τάσης, στην οποία ή νεωτερικότητα δεν αναγνωρίζει ούτε ανθρωπολογικό ούτε οντολογικό περιεχόμενο. Δεν είναι όμως εντελώς έξω από τις αντιληπτικές δυνατότητες όσων μετέχουν και σε προνεωτερικές μορφές υποκειμενοποίησης, οι οποίες νοηματοδοτούν την αυθυπερβατική τάση σαν κεντρική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Στη διαπίστωση αυτή βρίσκεται το κλειδί για να προσεγγίσει κανείς τη λύση του προβλήματος. Σε χώρες, όπου η νεωτερικότητα είναι εισαγόμενη, οι προνεωτερικές παραδόσεις μπορούν να χρησιμεύσουν σαν «αρχιμήδειο στήριγμα», γιατί υπεισέρχονται ακόμη, έστω και με αλλοτριωμένη μορφή, στη συγκρότηση των αντιληπτικών δυνατοτήτων του υποκειμένου. Μ' αυτή την έννοια η προσφυγή στην ελληνο-ορθόδοξη παράδοση είναι μια καθ' όλα νόμιμη ερευνητική πρόταση. Κι αυτό παρά τις επιφυλάξεις, ως προς το εύρος των δυνατοτήτων κατανόησης της και παρά τον ελλοχεύοντα κίνδυνο ενός φαντασιώδους «νεοησυχαστικού φουνταμενταλισμού».
Για τα έθνη της πάλαι ποτέ ελληνικής οικουμένης, που μετέχουν και στην ορθόδοξη παράδοση, είναι η προσιτότερη πρόταση. Η προσφυγή σ' αυτήν είναι αναγκαία συνθήκη για να λύσουν το πρόβλημα. Βεβαίως η ποιότητα της λύσης, που θα μπορούσαν να δώσουν, δεν θα εξαρτηθεί από την «παράδοση», αλλά από τη δική τους ικανότητα. Από το δικό τους δημιουργικό πνεύμα.
IV.
Η νεωτερικότητα θεμελιώθηκε στη μηδενιστική νοηματοδότηση της αυθυπερβατικής διάστασης του ανθρώπου. Στη συρρίκνωση του υποκειμένου στην αυτοεπιβεβαιωτική του διάσταση (ατομικισμός-φιλελευθερισμός). Πίστεψε ότι οι ελεύθερα αντικρουόμενες ατομικές επιδιώξεις εναρμονίζονται μόνες τους, κάνοντας τη δικαιοσύνη να ξεπηδά αυτόματα από την ατομική ελευθερία. Η εκρηκτική κοινωνική και εθνική ανισότητα που προέκυψαν, μαζί με τους αντίστοιχους τερατώδεις μηχανισμούς κυριαρχίας, διέψευσαν τις οντολογικές αυτές παραδοχές.
Η διάψευση γέννησε, ως οραματική διέξοδο, τον σοσιαλιστικό κολεκτιβισμό. Όμως ο σοσιαλισμός δεν αμφισβήτησε ποτέ τον νεωτερικό ιδεότυπο της αυτόματης απορροής της δικαιοσύνης από την ατομική ελευθερία. Τοποθέτησε απλώς την ισχύ του στο «τέλος της ιστορίας», δηλαδή ύστερα από μια μεταβατική περίοδο συνειδητής πρόταξης της κοινωνικής δικαιοσύνης, έναντι της ατομικής ελευθερίας (δικτατορία του προλεταριάτου). Η πρόταξη της κοινωνικής δικαιοσύνης θα μας επέτρεπε να «ξεπατώσουμε» τις ρίζες της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, που περιορίζονται, υποτίθεται, μόνο στο εξωτερικό πολιτικό-οικονομικό έδαφος και δεν έχουν διακλαδώσεις στο εσωτερικό του υποκειμένου. Η κατάληξη του σοσιαλιστικού εγχειρήματος διέψευσε επίσης τις αφετηριακές αυτές παραδοχές του. Με τη βίαιη πρόταξη της κοινωνικής δικαιοσύνης ξαναγυρίσαμε απλώς στη βαρβαρότητα, όπου δεν υπάρχει ούτε ελευθερία ούτε δικαιοσύνη. Το αίτημα της δικαιοσύνης, ως ελάχιστη συνθήκη ισορροπίας στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και με τη φύση, έγινε ακόμα πιο επιτακτικό. Είναι το μέγα και άλυτο πρόβλημα της νεωτερικότητας.
Μερικοί αναζητούν τις ρίζες των σημερινών προβλημάτων στο πνεύμα της ελληνικής αρχαιότητας και του χριστιανισμού. Όμως η θεμελίωση της νεωτερικότητας βρίσκεται στους αντίποδες των μεγάλων αυτών παραδόσεων:
α) Οι αρχαίοι ζητούσαν την εσωτερική εναρμόνιση του ατομικού ψυχικού κόσμου, την οποία και ταύτιζαν με τη δικαιοσύνη. Έβλεπαν τη δικαιοσύνη ως προϊόν επίπονης προσπάθειας για την κατάκτηση της αρετής. Δικαιοσύνη = φρόνηση + ανδρεία + σωφροσύνη. Η δικαιοσύνη είναι, μάλιστα, το οντολογικό θεμέλιο της αρχαίας θέσμισης του κόσμου, η συστατική του αρχή, η ενατένιση της οποίας αποτελεί και την πηγή της θεότητας των θεών. Δεν είναι καθόλου μια συμβατικότητα. Δεν είναι το οντολογικό μηδέν της νεωτερικότητας. Οι αρχαίοι είχαν επιπλέον την αίσθηση του τραγικού. Γνώριζαν πολύ καλά ότι η ιδιωτική «δεινότητα», η ατομική ελευθερία —«των ανδρών το υπέρτολμον φρόνημα» και «των γυναικών οι πάντολμοι έρωτες» (Αισχύλος)— μπορούν να διαλύσουν κάθε σχέση τάξης και δικαιοσύνης και να ξαναρίξουν στο χάος τον ανθρώπινο κόσμο-κόσμημα. Γι' αυτό και είχαν θεσπίσει την ελέω και φόβω κάθαρση της ιδιωτικής «δεινότητας» μέσω της Τραγωδίας. Δεν ήταν λοιπόν τόσο αφελείς να πιστεύουν ότι μπορεί να σταθεί κοινωνία πάνω στην αγνόηση της τραγικής αντίθεσης ελευθερίας-δικαιοσύνης.
β) Ο χριστιανισμός, ανάγοντας την αγάπη σε συστατική αρχή του κόσμου, αλλάζει την οντολογική θεμελίωση του ελληνικού πολιτισμού. Η τραγική αντίθεση ελευθερίας-δικαιοσύνης λύνεται. Αρκεί να υπάρχει αγάπη χριστιανικού τύπου, δηλαδή αγάπη του διαφορετικού, αγάπη κι αυτού ακόμα του «εχθρού». Η αγάπη αυτή, εισάγοντας τη διάκριση γνωμικού και φυσικού θελήματος, διευρύνει καίρια την έννοια της ελευθερίας. Η ελευθερία του αγαπητικού υποκειμένου υπερβαίνει όχι μόνο τους εξωτερικούς φυσικούς και κοινωνικούς περιορισμούς, αλλά και τους εσωτερικούς (πάθη, ιδιοτέλεια, συνήθεια). Του επιτρέπει, επομένως, να αποστασιοποιείται από το σύστημα των αναγκών του, πράγμα για το οποίο δεν αρκεί η τραγωδιακή κάθαρση και η φιλοσοφική αγωγή των αρχαίων. Ούτε βεβαίως η ορθολογική «συνειδητότητα» του νεωτερικού ανθρώπου. Μαζί με την ελευθερία τρέπεται και η δικαιοσύνη. Αποκτά πρόσωπο ανθρώπινο, όταν εμπνέεται από την αγάπη. Από άτεγκτος νόμος αλλάζει σε φιλάνθρωπη παιδαγωγία.
Η διπλή αυτή, μέσω της αγάπης, διεύρυνση-τροπή της ελευθερίας και της δικαιοσύνης λύνει τη μεταξύ τους τραγική αντίθεση.
V.
Η ελληνο-ορθόδοξη θέσμιση φαίνεται, λοιπόν, να απαντά στο πρόβλημα που μας απασχολεί. Οι ακόλουθες τρεις παρατηρήσεις ενισχύουν την επισήμανση αυτή.
α) Μιλάμε για οντολογία και όχι για δεοντολογία και ηθικές παραινέσεις. Το προτεινόμενο αυθυπερβατικό στήριγμα, ως άτρεπτο, δεν ανήκει στην «κτιστή» μας φύση. Είναι «άκτιστη ενέργεια». Ο Θεός ο ίδιος. Παρά ταύτα είναι κάτι που «χαρίζεται» στον άνθρωπο, αν το επιθυμεί ειλικρινά. Η «παροχή» του συνδέεται με τη δυνατότητα χρησιμοποίησής του «επ' άγαθώ». Αν το χρησιμοποιείς η «παροχή» του αυξάνει. Αν όχι «αφαιρείται κι αυτό πού έχει δοθεί». Θετικός προσδιορισμός του: «καύση καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως». Συνθήκη εμφάνισης του: «όταν ο νους ξαναγυρίσει στην καρδιά και παραμείνει εκεί». Να υποθέσουμε ότι η ενότητα «νου και καρδίας» αλλάζει αυτό που ξέρουμε ως καρδιά και ως νου, σε κατάσταση διαχωρισμού;
Είναι φανερό ότι τα κείμενα μας παραπέμπουν σε κάτι για το οποίο ο νεωτερικός άνθρωπος δεν έχει εμπειρία. Πράγματι, η εμπειρία της «αγάπης του εχθρού» του είναι παντελώς άγνωστη και ως μονής κατευθύνσεως, μάλλον αδιανόητη, αν όχι απωθητική. Πρόκειται για αγάπη που δεν έχει σχέση με διαβαθμίσεις ή μεταλλαγές του φυσικού έρωτα, γιατί προϋποθέτει την ελεύθερη-συνειδητή επιλογή και συνάμα την τρομερή επίγνωση ότι κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος είναι υπόσταση του κόσμου ολόκληρου, κοινωνικού και φυσικού. Τίθεται ζήτημα «σωτηρίας της κτίσεως», η οποία και εξαρτάται σαφώς από τη «σωτηρία του ανθρώπου». Η δε «σωτηρία του ανθρώπου» ταυτίζεται με την απόκτηση αυτού του είδους αγάπης. Η «συνειδητή αγάπη» (αν επιτρέπεται η εκλογίκευση) είναι ο κρίσιμος κρίκος χωρίς τον οποίο είναι αδύνατη η επανασυγκόλληση της κοσμικής αλυσίδας.
Είναι μια αγάπη οπωσδήποτε αινιγματική. Μοιάζει όμως να έχει κάτι απ' αυτήν η συμπάθεια που ζητά ο οικολόγος για τις φάλαινες και τις χελώνες του, ο εναλλακτικός για τους απόκληρους του συστήματος και ο ειλικρινής «πλουραλιστής» για τους «άλλους» και «ξένους»: τις καταπιεζόμενες παραδόσεις και μειονότητες.
β) Η ελληνο-ορθόδοξη θέσμιση δεν προσβλέπει στην κατάργηση της τραγικής αντίθεσης ελευθερίας-δικαιοσύνης. Ο ιστορικός κόσμος του ανθρώπου είναι ο κόσμος της «Πτώσης». Ενώ ο φυσικός κόσμος είναι «καλός λίαν», ο πολιτισμός του πτωτικού ανθρώπου θεμελιώνεται στη «γνώση καλού και πονηρού», δηλαδή στον αφύσικο διαχωρισμό σε «καλό» και σε «κακό». Η «Πτώση» αποτελεί απομάκρυνση από την αγάπη, που δεν κομματιάζει τον κόσμο, αλλά τον συνέχει και τον ζωοποιεί. Η «Πτώση» φέρνει την αδικία. Την καταστροφή και τον θάνατο στη Δημιουργία. Συνεπώς η λύση της αντίθεσης ελευθερίας-δικαιοσύνης εξαρτάται από την αναγωγή της αγάπης σε άξονα της υποκειμενοποίησης.
Η αναγωγή αυτή αναδεικνύει την εκκλησιαστική συλλογικότητα σε απάντηση στο «αίνιγμα της Ιστορίας». Σκοπός της εκκλησιαστικής συλλογικότητας ήταν να βοηθήσει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από την εσωτερική χαοτικότητα και να γίνει πραγματικό πρόσωπο, δηλαδή αυθυπερβατική σχέση ελευθερίας-αγάπης με το απολύτως διαφορετικό (Θεός) και με το σχετικώς διαφορετικό (Πλησίον). Απόλυτη ενικότητα (ατομικότητα) και συγχρόνως υπόσταση καθολικότητας (έμπρακτης ευθύνης για τις τύχες του κόσμου). Πράγμα βεβαίως εντελώς ξεχασμένο και παρανοημένο από τον χριστιανισμό της νεωτερικής εποχής. Οι κοινότητες, που τέτοια υποκείμενα είναι σε θέση να φτιάξουν, δεν μπορούν να αναιρέσουν την «πτώση», ώστε να εξαλειφθεί η αντίθεση ελευθερίας-δικαιοσύνης. Μπορούν όμως να «σώσουν» τον κόσμο, δηλαδή να μην τον αφήσουν να καταστραφεί. Είναι το «άλας» που θα εμποδίσει τον κόσμο να «σαπίσει» ολοκληρωτικά.
γ) Μιλάμε στην πραγματικότητα για ολόκληρη θεωρία και πρακτική αλλαγής του «υποκειμένου της αλλαγής». Τo σχήμα της είναι περίπου το εξής: Η αυθυπερβατική τάση του ανθρώπου ήταν «κάποτε» καθαρή ορμή προς την απόλυτη ελευθερία-αγάπη, άλλα για κάποιους λόγους η ορμή αυτή διαστράφηκε. Ο άνθρωπος χώρισε την ελευθερία του από την αγάπη και στη θέση της αγάπης έβαλε τον αυτοερωτισμό και την ωφελιμοθηρία-ηδονοθηρία. Το αποτέλεσμα ήταν η πτώση του στο χάος των «παθών», η συνακόλουθη απώλεια εσωτερικής ελευθερίας και η τροπή του σε ενεργούμενο των «συνθηκών». Με τον καιρό η διαστροφή (το «παρά φύσιν») έγινε «δεύτερη φύση» και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, με την κληρονομικότητα, την αγωγή και τη συνήθεια. Τούτο σημαίνει ότι η εσωτερική χαοτικότητα, που κάνει τον σύγχρονο άνθρωπο να εξομοιώνεται με αυτόματο, ριζώνει σε μια βαθύτερη και διιστορικής εμβέλειας, σχεδόν «φυσική», εσωτερική χαοτικότητα, πράγμα που, ειρήσθω εν παρόδω, εξηγεί και την τρομερή δύναμη του καπιταλιστικού συστήματος. Το σύστημα αυτό θεμελιώνει την ύπαρξη του ακριβώς στην εσωτερική χαοτικότητα, στην αναγωγή της θεμελιακής πτωτικής διαστροφής του ανθρώπου σε φυσική. Αντιθέτως: σκοπός της παραδοσιακής ευχαριστιακής-ασκητικής υποκειμενοποίησης, είναι η άρση της «προπατορικής» διαστροφής και η αποκατάσταση της αυθυπερβατικής ορμής του ανθρώπου στην «αρχική» φυσική της ενότητα και κατεύθυνση.
Το θέμα της μετάβασης από την αρχαία κοσμοκεντρική οντολογία στη βυζαντινή προσωποκεντρική οντολογία, είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο για την προβληματική της νεωτερικής κρίσης, αλλά και για την κριτική της νεοελληνικής αλλοτρίωσης.
Ο Ελληνισμός ζητά μονίμως τη μετοχή στο είναι. Την υπερνίκηση της τροπής. Μάχεται τη χαοτικότητα. Το είναι, το άτρεπτο και αναλλοίωτο, το βλέπει αρχικά στην κοσμική Δικαιοσύνη και προσπαθεί να το εισαγάγει στη ζωή του ατόμου και της Πολιτείας. Καλεί τον ατομικισμό του να υπερβεί τη χαοτικότητα των κινήτρων, που είναι η κενοδοξία, ο φόβος και το συμφέρον (Θουκυδίδης), και να εναρμονισθεί αυτοβούλως με τη σταθερή και αναλλοίωτη κοσμική Τάξη-Δικαιοσύνη. Η Δικαιοσύνη δεν έχει όμως οντολογικό (δηλαδή άτρεπτο) έρεισμα στο εσωτερικό της αρχαίας ελληνικής ψυχής. Στήριγμά της είναι μόνο ο φόβος της επιστροφής στο χάος κι ο εκστατικός θαυμασμός του κοσμικού κάλλους. Και τα δυο καταφανώς ανίσχυρα εμπρός στο υπέρτολμον καί πάντολμον της ανθρωπίνης επιθυμίας. Το μακρύ ακροζύγισμα στο αδιέξοδο έκανε την ελληνική ατομικότητα να τραπεί τελικά στο αντίθετό της. Να ανακυκλωθεί πολιτειακά στο κολεκτιβιστικό πνεύμα της Ανατολής. Πράγμα που είναι η άλλη όψη της μακεδονικής εκτίναξης του Ελληνισμού στα όρια της «οικουμένης». Ζητείται έκτοτε ο «θείος άνδρας», που θα γίνει ο φορέας της Δικαιοσύνης. Ιεροποιείται η εξουσία και εισάγεται στην ελληνική ψυχή το αρνητικό πρότυπο του «μεγάλου βασιλέως».
Το ελληνικό άτομο και ο πολιτειακός κοινοτισμός του αποτελούσαν μακρινό παρελθόν όταν έκανε την εμφάνισή του ο χριστιανισμός. Ο Ελληνισμός είχε από καιρό εκφυλισθεί σε σκιά του κλασικού εαυτού του. Παρά ταύτα είδε στο χριστιανικό μήνυμα, όπως αυτό ενσαρκωνόταν στις αποστολικές κοινότητες, την απάντηση στα αρχαία του ερωτήματα. Και το εισέπνευσε «μέχρις ονύχων». Η επιλογή ήταν ελεύθερη και συνειδητή. Αν Έλληνες είναι οι μετέχοντες ελληνικής παιδείας, τότε είναι ο μόνος λαός πού έγιναν χριστιανοί ένας-ένας χωριστά. Το άτρεπτο στοιχείο που ζητούσαν, για να το κάνουν άξονα του Βίου και της Πολιτείας, το βρήκαν στην υπερφυσική χριστιανική αγάπη. Και δεν γελάστηκαν, αφού η εκκλησιαστική συλλογικότητα ανέστησε τον Ελληνισμό από τον τάφο και του έδωσε άλλα χίλια χρόνια ιστορίας στην πρωτοπορία του πολιτισμού.
Τίθεται το ερώτημα: Κατόρθωσε ο «ένδοξός μας βυζαντινισμός» (Καβάφης) να ενσαρκώσει το χριστιανικό πρόσωπο; Δηλαδή: α) να ακυρώσει την τροπή της ελληνικής ατομικότητας στο ασιατικό της αντίθετο, και β) να την αναστήσει σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης, ικανής να κλείνει μέσα της και να λύνει την τραγική αντίθεση ελευθερίας-δικαιοσύνης;
Η απάντηση δεν είναι ούτε απολύτως θετική ούτε βεβαίως και αρνητική. Το Βυζάντιο ήταν κι αυτό μια «πτωτική» πολιτειακή μορφή. Κράμα ελληνικού κοινοτισμού και ασιατικού δεσποτισμού. Παρά τα προωθημένα στοιχεία «καλής αλλοίωσής» του, λόγω της παραδειγματικής εκκλησιαστικής συλλογικότητας στους κόλπους του, παρέμεινε κατάλοιπο της εθελούσιας «βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας» του ελληνικού πνεύματος. Ο κοινοτισμός περιορίστηκε στην τοπική κλίμακα. Η πολιτειακή δικαιοσύνη αναβλήθηκε για τη Δευτέρα Παρουσία, δείχνοντας ίσως έλλειμμα τραγικής εγρήγορσης. Λίγοι μπορούσαν να γίνουν άγιοι χωρίς να καταφύγουν στις ερημιές. Κι αυτό παρά την κοινή προσήλωση στο ιδανικό της αγιότητας. Είναι ωστόσο η μοναδική μορφή Πολιτείας, όπου η εξουσιαστική συλλογικότητα αντιρροπήθηκε σε κάποιο βαθμό από μια προσωποκεντρική, αντιδυναμοκεντρική-χαρισματική, συλλογικότητα.
Ίσως μπορεί να ειπωθεί ότι το Βυζάντιο «χρησιμοποίησε τη χριστιανική αγάπη για να πραγματοποιήσει το ιδανικό της ελληνικής παιδείας». Να εναρμονίσει την ψυχή μέσα στον κλειστό χώρο της μικρής αυτόνομης κοινότητας και να πετύχει έτσι τον ανεκπλήρωτο στόχο της αρχαιότητας. Το χριστιανικό ιδανικό, το άνοιγμα στο διαφορετικό (εις «πάντα τα έθνη») και η εργασία πάνω σ' αυτό, δεν προσεγγίστηκε, από τον βυζαντινό Ελληνισμό, παρά μόνο με τρόπο μερικό, περιπτωτικό και αμυντικό. Εξ ού και η αφαίρεση «ακόμα κι αυτού που του είχε δοθεί». Ο αναγεννημένος νεώτερος Ελληνισμός δεν μπόρεσε, σ' αυτό το σημείο, να υπερβεί το Βυζάντιο και προσπάθησε να το σβήσει από τη μνήμη του. Χάθηκε έτσι το περιθώριο της νεωτερικότητας. Τώρα όμως που η νεωτερικότητα καταρρέει και είναι αναγκασμένος να ζητήσει την προοπτική του έξω και πέρα απ' αυτήν, η ανάκτηση της ιστορικής μνήμης και η αναμέτρηση με τα ερωτήματά της, είναι ανάγκη επιτακτική.
* * *
Το ερώτημα που θέτει η κρίση της νεωτερικότητας είναι λοιπόν το εξής: μπορεί ο σημερινός άνθρωπος να βρει μέσα του ένα τόσο σταθερό αυθυπερβατικό στήριγμα που να του επιτρέπει α) να κυριαρχεί πάνω στην εσωτερική του χαοτικότητα, β) να αποστασιοποιείται από το σύστημα των αναγκών του και γ) να διαμορφώνει συλλογικές μορφές ικανές να ελέγχουν την τραγική αντίθεση ελευθερίας-δικαιοσύνης;
Είναι νομίζω φανερό ότι χωρίς μια καταφατική και πρακτικά επαληθεύσιμη διυποκειμενική απάντηση στο τριπλό αυτό ερώτημα, δεν μπορεί να υπάρξει διέξοδος προς τον ζητούμενο μετανεωτερικό πολιτισμό.
[*] Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Η ΕΚΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ, σ.309-321. Αρμός 2001, β' έκδοση.
πηγή: Αντίφωνο
Το κείμενο που ακολουθεί είναι ο επίλογος ενός ανάλογου βιβλίου, που γράφτηκε την ίδια περίοδο και το οποίο πραγματεύεται την κρίση του νεωτερικού Τεχνοσυστήματος ακριβώς ως κρίση του υποκειμένου -ως «έκλειψή» του πιο συγκεκριμένα.[*] Ως αποσύνθεση-διάλυση, λόγω εξάρθρωσης/καταστροφής της αυθυπερβατικής συστατικής του ορμής, αφ’ ενός. Αλλά, αφ’ ετέρου, όχι ως αποσύνθεσης αμετάκλητα καταστροφικής/υποστροφικής, αλλά ως εμπεριέχουσας συνάμα την δυνατότητα μετάβασης σε μια ανώτερη ανθρωπολογική βαθμίδα.
Σημείωση επί της ορολογίας:
- Με τη λέξη "υποκείμενο" νοείται εδώ ο «φορέας», η «υπόσταση» του κοινωνικού πεδίου. Πρακτικά αναφερόμαστε στους συγκεκριμένους ανθρώπους, συνυπολογίζοντας τη θέση που κατέχει -στο …GPS της κεφαλής τους- η προσιδιάζουσα στο υφιστάμενο κοινωνικό πεδίο θέσμιση των οντολογικών παραμέτρων του [ήγουν: ο τρόπος α) ρύθμισης της αντίθεσης ατομικού/συλλογικού, β) νοηματοδότησης των μεταφυσικών σημασιών και γ) θεμελίωσης της δικαιοπολιτικής νομιμοποίησης].
- Με τον όρο «αυθυπερβατική τάση» (ή «ορμή») νοείται -πρακτικά πάλι- η «δύναμη» η οποία συνέχει το άτομο με τον εν λόγω ορισμό των θεμελιωδών παραμέτρων του κοινωνικού πεδίου, -καθιστώντας το «υποκείμενο». (Για το πλήρες νόημα της λέξης «αυθυπέρβαση» πρέπει να πάει κανείς στο εν λόγω βιβλίο και μέσω αυτού στην ιλιγγιώδη οντολογία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή).
Η σημερινή κρίση μπορεί να περιγραφεί ως αδυναμία του υποκειμένου της νεωτερικότητας να ελέγξει την αντίφαση ανάμεσα στο σύστημα των αναγκών του και στις συνέπειες του, που είναι το κοινωνικό, το εθνικό και το οικολογικό πρόβλημα.
Η αδυναμία αυτή αφορά την ίδια την προϋπόθεση κάθε εναλλακτικής λύσης: την ικανότητα του υποκειμένου να αποστασιοποιείται από τις κοινωνικά καθορισμένες ανάγκες του. Μ' αυτή την έννοια μιλάμε πλέον για κρίση του ίδιου του υποκειμένου.
I.
Ο ισχυρισμός ότι η κρίση αφορά το ίδιο το υποκείμενο μπορεί να βασιστεί σε δύο επισημάνσεις. Η πρώτη προκύπτει από την εμπειρία του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος, που αντιπροσωπεύει τη γιγαντιαία, αλλά αποτυχημένη, προσπάθεια της νεωτερικότητας να θέσει υπό έλεγχο τις διογκούμενες αντιφάσεις της. Η δεύτερη προκύπτει από τη σημερινή γενικευμένη «απάθεια» του νεωτερικού υποκειμένου.
Η προβληματική πάνω στην αποτυχία του σοσιαλισμού οδηγεί ακριβώς στο υποκείμενο. Διαπιστώνεται, σε όλες τις περιπτώσεις, ότι το «υποκείμενο της αλλαγής» αναπαράγει στο εσωτερικό του και στην κοινωνία, τις σχέσεις που προσπαθεί να «εξαλείψει». Αποδείχθηκε ότι η «καταστροφή του εχθρού» δεν εξασφαλίζει το ζητούμενο. Δεν φτάνει να «αλλάξουν οι συνθήκες». Πρέπει να αλλάξει και το ίδιο το «υποκείμενο της αλλαγής», ώστε να μην τις αναπαράγει. Καταδείχθηκε, με ακριβοπληρωμένη εμπειρία, ότι οι αντιφάσεις της νεωτερικότητας ριζώνουν στην ίδια τη «δομή» του υποκειμένου της και δεν μπορούν να λυθούν χωρίς ειδική παρέμβαση και στη δομή αυτή. Εκτός από τη θεωρία και πρακτική της «αλλαγής των συνθηκών», χρειαζόταν και κάποια ειδική θεωρία και πρακτική αυτο-αλλαγής του ίδιου του «υποκειμένου της αλλαγής».
Η ύπαρξη μιας τέτοιας θεωρίας «αλλαγής του υποκειμένου» θα οδηγούσε προφανώς και σε μια διαφορετικότερη θεωρία «αλλαγής των συνθηκών».
Η δεύτερη επισήμανση προκύπτει από την κοινότοπη παρατήρηση πως ενώ είναι φανερό ότι ο σύγχρονος πολιτισμός πριονίζει ο ίδιος το κλαδί στο οποίο κάθεται (υπερβαίνοντας τα οικολογικά και τα κοινωνικά του όρια) το αποτέλεσμα είναι η πλήρης «απάθεια» και απραξία. Οι εκκλήσεις των οικολόγων, των εναλλακτικών, των ηθικολόγων κ.λπ., στη λογικότητα και την ηθική ευαισθησία του υποκειμένου, δεν το αγγίζουν. Πράγμα που σημαίνει ότι το συμφέρον του ανθρώπου ως είδους, το «καλό της ανθρωπότητας», το «καλό των παιδιών μας» κ.τ.τ., τελικά δεν έχουν «τόπο» στη σύσταση του υποκειμένου της νεωτερικότητας.
Η διατύπωση αυτή μοιάζει υπερβολική, αλλά επαληθεύεται σήμερα πλήρως και πρωτίστως, από τη συμπεριφορά της «σιωπηλής πλειοψηφίας». Καλύπτει επίσης και όλους εκείνους πού αναγνωρίζουν στον εαυτό τους μια «ευαισθησία» εθνική, κοινωνική ή οικολογική: Η πλειονότητά τους σκέπτεται ότι «κάτι πρέπει να κάνουν». Αντιλαμβάνονται όμως ότι δεν έχουν την απαιτούμενη «ψυχική δύναμη». Οι υπόλοιποι δεν ξέρουν τί είναι αυτό που πρέπει να κάνουν. Κι αν υποθέσουμε ότι κατορθώνουν, μερικοί απ' αυτούς, να εντοπίσουν μια «εναλλακτική πρόταση» και να μπουν στον αγώνα για την πραγματοποίησή της, ανακαλύπτουν αμέσως ότι δεν μπορούν να πετύχουν τον απαιτούμενο συλλογικό συντονισμό. Όταν (και αν) λύσουν το πρόβλημα αυτό, ανακαλύπτουν ότι είναι πολύ δύσκολο, έως αδύνατο, να πείσουν τις ευρύτερες λαϊκές μάζες. Κι αν τέλος υποθέσουμε ότι κατορθώνουν να σπάσουν κι αυτό το φράγμα και να γίνουν μαζικό κίνημα, τότε θα βρεθούν αντιμέτωποι με την εσωτερική πλευρά του προβλήματος: με το φαινόμενο της τροπής του «υποκειμένου της αλλαγής» στο αντίθετο του. Με το φαινόμενο πάνω στο οποίο, εντελώς άοπλος καθώς ήταν, συνετρίβη ο μαρξισμός.
Η (υποθετική) παρεμβολή (στην ανωτέρω προβληματική) α) της υλικής δύναμης των ηγετικών κοινωνικών ομάδων, οι επιδιώξεις των οποίων προϋποθέτουν την εξουδετέρωση των κινημάτων εθνικής, κοινωνικής και οικολογικής ευαισθησίας, σε συνδυασμό β) με τις παραλυτικές επιπτώσεις της κατάρρευσης των οραματικών διεξόδων της νεωτερικότητας, είναι ασφαλώς αναγκαία συνθήκη για την κατανόηση της αδυναμίας του νεωτερικού υποκειμένου. Δεν είναι όμως και ικανή.
II.
Η αδυναμία του υποκειμένου, όπως σκιαγραφείται από τις παρατηρήσεις αυτές, δεν υποδηλώνει απλώς την κρίση κάποιων εξωτερικών στοιχείων της παρουσίας του. Αν λάβουμε υπόψη την έκρηξη των ψυχικών ασθενειών, τη μάστιγα των ναρκωτικών, την εξάπλωση της εγκληματικότητας, ή την αυξανόμενη καταφυγή στον φαντασιακό χώρο της λεγόμενης «εικονικής πραγματικότητας», θα διαπιστώσουμε ότι η αναπαραγωγή του νεωτερικοΰ «παραδείγματος» δεν προκαλεί μόνο τα τρία διηπειρωτικά προβλήματα, που αναφέραμε στην αρχή του επιλόγου. Προκαλεί και την καταστροφή, ή τουλάχιστον την εξουδετέρωση, ουσιωδών διαστάσεων της υποκειμενικότητας. Κάτι που πρέπει να αξιολογηθεί ως η βαθύτερη όψη της κρίσης.
Πράγματι. Η κρίση του υποκειμένου μπορεί να περιγραφεί σαν εμπλοκή και στις δύο ροπές ή τάσεις, που συνιστούν τον άνθρωπο, ως χωροχρονική παρουσία: Τόσο της αυτο-επιβεβαιωτικής, μέσω της οποίας αναπαράγει τον εαυτό του ως άτομο, όσο και της αυθυ-περβατικής, μέσω της οποίας αναπαράγει τους όρους ύπαρξης της κοινωνικής ολότητας, έναντι της οποίας και ορίζεται ως άτομο (-υποκείμενο).
α) Η ραγδαία αποδιάρθρωση του ατόμου, ως παρουσίας με εσωτερική συνέχεια, καθιστά εμφανή την εμπλοκή στη λειτουργία της αυτο-επιβεβαιωτικής τάσης. Ο βίος του ατόμου τείνει να γίνει ακολουθία άσχετων στιγμών. Λείπει ο διαχρονικός σκοπός, που έχει τεθεί από το ίδιο το υποκείμενο και προσδίδει στις ενέργειές του ενο-ποιό-δια-χρονικό νόημα. Η υποκειμενικότητα, αντί να είναι όντως ατομικότητα, παρουσία με διαχρονική ταυτότητα, όπως τουλάχιστον τη θέλει ο ιδεότυπος του Διαφωτισμού, καταντά χαοτικότητα. Δίχως ενότητα και συνέχεια. Δίχως νόημα. Τα όποια στοιχεία ενότητας και συνέχειας μπορούν να παρατηρηθούν, ανάγονται εν γένει στη βιολογική και πολιτισμική φύση του υποκειμένου και όχι στην «αυτόνομη βούλησή» του. Ανάγονται στην «κανονικότητα» των στοιχειωδών φυσικών ορμών και των διεμβλημένων επιταγών του απρόσωπου κοινωνικού μηχανισμού, μέσα στον όποιο έχει «χυθεί» ο χυλός αυτός που, κατ' ευφημισμόν, εξακολουθεί να λέγεται «υποκείμενο». Το αυτόνομο άτομο του Διαφωτισμού πραγματώνεται τελικά ακριβώς ως το αντίθετο του: ως κοινωνικό αυτόματο.
β) Η εμπλοκή στη λειτουργία της αυθυπερβατικής τάσης εκφράζεται, τυπικά, ως ανυπαρξία υπερατομικού ιδανικού. Το περιβόητο «τέλος των ιδεολογιών» συμπυκνώνει την κατάρρευση όλων των οραματικών διεξόδων της νεωτερικότητας. Το πρόβλημα βεβαίως δεν βρίσκεται στην αποσύνδεση της αυθυπερβατικής τάσης από τις χρεωκοπημένες μορφές υπερατομικού ιδανικού, αλλά στην αδρανοποίησή της και στην ανεπανόρθωτη ίσως εξάρθρωσή της. Βρίσκεται στη δημιουργία της σημερινής άκρως επικίνδυνης κατάστασης, όπου το γενικό καλό, το καλό του είδους, παύει να έχει υποκειμενική αναφορά και εσωτερικό στήριγμα στην παρουσία του σημερινού νεωτερικού ανθρώπου.
Στο σημείο αυτό πρέπει να προσθέσουμε ότι ο πολιτισμός της νεωτερικότητας δεν νοηματοδοτεί την αυ-θυπερβατική τάση ως οργανικό-συστατικό στοιχείο του ανθρώπου. Την θεωρεί εκδήλωση εξωτερικών διεμβολών, περιοριστικών της ατομικής ελευθερίας, δηλαδή παθολογική. Και δεν διαθέτει, φυσικά, καμιά ειδική θεωρία και πρακτική για την καλλιέργεια της, ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να διακρίνει το γενικό καλό από τις, πάντοτε πιθανές, πολυποίκιλες ειδωλοποιήσεις και παραπλανητικές μεταθέσεις του. Προφανώς ο ευνουχισμός της αυθυπερβατικής τάσης εμποδίζει την ομαλή λειτουργία και της ίδιας της αυτοεπιβεβαιωτικής τάσης, η οποία χρειάζεται πάντοτε κάποιο αυθυπερβατικό σημείο αναφοράς (έστω και «ατομικιστικό»), για να συγκροτήσει αυτό που θα μπορούσε να είναι η διαχρονική «ατομική ταυτότητα» του υποκειμένου της.
Οι δύο αυτές προσεγγίσεις μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε για ποιο λόγο η νεωτερικότητα, αντί να ενσαρκώνει το πρότυπό της, το αυτόνομο άτομο, ενσαρκώνει τελικά το αντίθετο του: το χαοτικό κοινωνικό ενεργούμενο. Ώστε τελικά οι παθολογικές κοινωνικές δομές να αποκτούν τη γνωστή ανεξέλεγκτη δυναμική τους.
III.
Η διαπίστωση για την εξάρθρωση της αυθυπερβατικής τάσης και την εσωτερική αποδιάρθρωση του υποκειμένου, μετατρέπει, αυτομάτως, κάθε εναλλακτική πρόταση σε ιδεολογική φενάκη. Σε λέξεις κενές περιεχομένου. Έτσι χωρίς θεωρία και πρακτική ανασχετικής παρεμβολής στις υφιστάμενες αποσυνθετικές διαδικασίες υποκειμενοποίησης, δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για πραγματική εναλλακτική λύση.
Η ζητούμενη θεωρία και πρακτική βρίσκεται έξω από τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του υποκειμένου της νεωτερικότητας, γιατί αφορά τη διαχείριση της αυθυπερβατικής τάσης, στην οποία ή νεωτερικότητα δεν αναγνωρίζει ούτε ανθρωπολογικό ούτε οντολογικό περιεχόμενο. Δεν είναι όμως εντελώς έξω από τις αντιληπτικές δυνατότητες όσων μετέχουν και σε προνεωτερικές μορφές υποκειμενοποίησης, οι οποίες νοηματοδοτούν την αυθυπερβατική τάση σαν κεντρική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Στη διαπίστωση αυτή βρίσκεται το κλειδί για να προσεγγίσει κανείς τη λύση του προβλήματος. Σε χώρες, όπου η νεωτερικότητα είναι εισαγόμενη, οι προνεωτερικές παραδόσεις μπορούν να χρησιμεύσουν σαν «αρχιμήδειο στήριγμα», γιατί υπεισέρχονται ακόμη, έστω και με αλλοτριωμένη μορφή, στη συγκρότηση των αντιληπτικών δυνατοτήτων του υποκειμένου. Μ' αυτή την έννοια η προσφυγή στην ελληνο-ορθόδοξη παράδοση είναι μια καθ' όλα νόμιμη ερευνητική πρόταση. Κι αυτό παρά τις επιφυλάξεις, ως προς το εύρος των δυνατοτήτων κατανόησης της και παρά τον ελλοχεύοντα κίνδυνο ενός φαντασιώδους «νεοησυχαστικού φουνταμενταλισμού».
Για τα έθνη της πάλαι ποτέ ελληνικής οικουμένης, που μετέχουν και στην ορθόδοξη παράδοση, είναι η προσιτότερη πρόταση. Η προσφυγή σ' αυτήν είναι αναγκαία συνθήκη για να λύσουν το πρόβλημα. Βεβαίως η ποιότητα της λύσης, που θα μπορούσαν να δώσουν, δεν θα εξαρτηθεί από την «παράδοση», αλλά από τη δική τους ικανότητα. Από το δικό τους δημιουργικό πνεύμα.
IV.
Η νεωτερικότητα θεμελιώθηκε στη μηδενιστική νοηματοδότηση της αυθυπερβατικής διάστασης του ανθρώπου. Στη συρρίκνωση του υποκειμένου στην αυτοεπιβεβαιωτική του διάσταση (ατομικισμός-φιλελευθερισμός). Πίστεψε ότι οι ελεύθερα αντικρουόμενες ατομικές επιδιώξεις εναρμονίζονται μόνες τους, κάνοντας τη δικαιοσύνη να ξεπηδά αυτόματα από την ατομική ελευθερία. Η εκρηκτική κοινωνική και εθνική ανισότητα που προέκυψαν, μαζί με τους αντίστοιχους τερατώδεις μηχανισμούς κυριαρχίας, διέψευσαν τις οντολογικές αυτές παραδοχές.
Η διάψευση γέννησε, ως οραματική διέξοδο, τον σοσιαλιστικό κολεκτιβισμό. Όμως ο σοσιαλισμός δεν αμφισβήτησε ποτέ τον νεωτερικό ιδεότυπο της αυτόματης απορροής της δικαιοσύνης από την ατομική ελευθερία. Τοποθέτησε απλώς την ισχύ του στο «τέλος της ιστορίας», δηλαδή ύστερα από μια μεταβατική περίοδο συνειδητής πρόταξης της κοινωνικής δικαιοσύνης, έναντι της ατομικής ελευθερίας (δικτατορία του προλεταριάτου). Η πρόταξη της κοινωνικής δικαιοσύνης θα μας επέτρεπε να «ξεπατώσουμε» τις ρίζες της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, που περιορίζονται, υποτίθεται, μόνο στο εξωτερικό πολιτικό-οικονομικό έδαφος και δεν έχουν διακλαδώσεις στο εσωτερικό του υποκειμένου. Η κατάληξη του σοσιαλιστικού εγχειρήματος διέψευσε επίσης τις αφετηριακές αυτές παραδοχές του. Με τη βίαιη πρόταξη της κοινωνικής δικαιοσύνης ξαναγυρίσαμε απλώς στη βαρβαρότητα, όπου δεν υπάρχει ούτε ελευθερία ούτε δικαιοσύνη. Το αίτημα της δικαιοσύνης, ως ελάχιστη συνθήκη ισορροπίας στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και με τη φύση, έγινε ακόμα πιο επιτακτικό. Είναι το μέγα και άλυτο πρόβλημα της νεωτερικότητας.
Μερικοί αναζητούν τις ρίζες των σημερινών προβλημάτων στο πνεύμα της ελληνικής αρχαιότητας και του χριστιανισμού. Όμως η θεμελίωση της νεωτερικότητας βρίσκεται στους αντίποδες των μεγάλων αυτών παραδόσεων:
α) Οι αρχαίοι ζητούσαν την εσωτερική εναρμόνιση του ατομικού ψυχικού κόσμου, την οποία και ταύτιζαν με τη δικαιοσύνη. Έβλεπαν τη δικαιοσύνη ως προϊόν επίπονης προσπάθειας για την κατάκτηση της αρετής. Δικαιοσύνη = φρόνηση + ανδρεία + σωφροσύνη. Η δικαιοσύνη είναι, μάλιστα, το οντολογικό θεμέλιο της αρχαίας θέσμισης του κόσμου, η συστατική του αρχή, η ενατένιση της οποίας αποτελεί και την πηγή της θεότητας των θεών. Δεν είναι καθόλου μια συμβατικότητα. Δεν είναι το οντολογικό μηδέν της νεωτερικότητας. Οι αρχαίοι είχαν επιπλέον την αίσθηση του τραγικού. Γνώριζαν πολύ καλά ότι η ιδιωτική «δεινότητα», η ατομική ελευθερία —«των ανδρών το υπέρτολμον φρόνημα» και «των γυναικών οι πάντολμοι έρωτες» (Αισχύλος)— μπορούν να διαλύσουν κάθε σχέση τάξης και δικαιοσύνης και να ξαναρίξουν στο χάος τον ανθρώπινο κόσμο-κόσμημα. Γι' αυτό και είχαν θεσπίσει την ελέω και φόβω κάθαρση της ιδιωτικής «δεινότητας» μέσω της Τραγωδίας. Δεν ήταν λοιπόν τόσο αφελείς να πιστεύουν ότι μπορεί να σταθεί κοινωνία πάνω στην αγνόηση της τραγικής αντίθεσης ελευθερίας-δικαιοσύνης.
β) Ο χριστιανισμός, ανάγοντας την αγάπη σε συστατική αρχή του κόσμου, αλλάζει την οντολογική θεμελίωση του ελληνικού πολιτισμού. Η τραγική αντίθεση ελευθερίας-δικαιοσύνης λύνεται. Αρκεί να υπάρχει αγάπη χριστιανικού τύπου, δηλαδή αγάπη του διαφορετικού, αγάπη κι αυτού ακόμα του «εχθρού». Η αγάπη αυτή, εισάγοντας τη διάκριση γνωμικού και φυσικού θελήματος, διευρύνει καίρια την έννοια της ελευθερίας. Η ελευθερία του αγαπητικού υποκειμένου υπερβαίνει όχι μόνο τους εξωτερικούς φυσικούς και κοινωνικούς περιορισμούς, αλλά και τους εσωτερικούς (πάθη, ιδιοτέλεια, συνήθεια). Του επιτρέπει, επομένως, να αποστασιοποιείται από το σύστημα των αναγκών του, πράγμα για το οποίο δεν αρκεί η τραγωδιακή κάθαρση και η φιλοσοφική αγωγή των αρχαίων. Ούτε βεβαίως η ορθολογική «συνειδητότητα» του νεωτερικού ανθρώπου. Μαζί με την ελευθερία τρέπεται και η δικαιοσύνη. Αποκτά πρόσωπο ανθρώπινο, όταν εμπνέεται από την αγάπη. Από άτεγκτος νόμος αλλάζει σε φιλάνθρωπη παιδαγωγία.
Η διπλή αυτή, μέσω της αγάπης, διεύρυνση-τροπή της ελευθερίας και της δικαιοσύνης λύνει τη μεταξύ τους τραγική αντίθεση.
V.
Η ελληνο-ορθόδοξη θέσμιση φαίνεται, λοιπόν, να απαντά στο πρόβλημα που μας απασχολεί. Οι ακόλουθες τρεις παρατηρήσεις ενισχύουν την επισήμανση αυτή.
α) Μιλάμε για οντολογία και όχι για δεοντολογία και ηθικές παραινέσεις. Το προτεινόμενο αυθυπερβατικό στήριγμα, ως άτρεπτο, δεν ανήκει στην «κτιστή» μας φύση. Είναι «άκτιστη ενέργεια». Ο Θεός ο ίδιος. Παρά ταύτα είναι κάτι που «χαρίζεται» στον άνθρωπο, αν το επιθυμεί ειλικρινά. Η «παροχή» του συνδέεται με τη δυνατότητα χρησιμοποίησής του «επ' άγαθώ». Αν το χρησιμοποιείς η «παροχή» του αυξάνει. Αν όχι «αφαιρείται κι αυτό πού έχει δοθεί». Θετικός προσδιορισμός του: «καύση καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως». Συνθήκη εμφάνισης του: «όταν ο νους ξαναγυρίσει στην καρδιά και παραμείνει εκεί». Να υποθέσουμε ότι η ενότητα «νου και καρδίας» αλλάζει αυτό που ξέρουμε ως καρδιά και ως νου, σε κατάσταση διαχωρισμού;
Είναι φανερό ότι τα κείμενα μας παραπέμπουν σε κάτι για το οποίο ο νεωτερικός άνθρωπος δεν έχει εμπειρία. Πράγματι, η εμπειρία της «αγάπης του εχθρού» του είναι παντελώς άγνωστη και ως μονής κατευθύνσεως, μάλλον αδιανόητη, αν όχι απωθητική. Πρόκειται για αγάπη που δεν έχει σχέση με διαβαθμίσεις ή μεταλλαγές του φυσικού έρωτα, γιατί προϋποθέτει την ελεύθερη-συνειδητή επιλογή και συνάμα την τρομερή επίγνωση ότι κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος είναι υπόσταση του κόσμου ολόκληρου, κοινωνικού και φυσικού. Τίθεται ζήτημα «σωτηρίας της κτίσεως», η οποία και εξαρτάται σαφώς από τη «σωτηρία του ανθρώπου». Η δε «σωτηρία του ανθρώπου» ταυτίζεται με την απόκτηση αυτού του είδους αγάπης. Η «συνειδητή αγάπη» (αν επιτρέπεται η εκλογίκευση) είναι ο κρίσιμος κρίκος χωρίς τον οποίο είναι αδύνατη η επανασυγκόλληση της κοσμικής αλυσίδας.
Είναι μια αγάπη οπωσδήποτε αινιγματική. Μοιάζει όμως να έχει κάτι απ' αυτήν η συμπάθεια που ζητά ο οικολόγος για τις φάλαινες και τις χελώνες του, ο εναλλακτικός για τους απόκληρους του συστήματος και ο ειλικρινής «πλουραλιστής» για τους «άλλους» και «ξένους»: τις καταπιεζόμενες παραδόσεις και μειονότητες.
β) Η ελληνο-ορθόδοξη θέσμιση δεν προσβλέπει στην κατάργηση της τραγικής αντίθεσης ελευθερίας-δικαιοσύνης. Ο ιστορικός κόσμος του ανθρώπου είναι ο κόσμος της «Πτώσης». Ενώ ο φυσικός κόσμος είναι «καλός λίαν», ο πολιτισμός του πτωτικού ανθρώπου θεμελιώνεται στη «γνώση καλού και πονηρού», δηλαδή στον αφύσικο διαχωρισμό σε «καλό» και σε «κακό». Η «Πτώση» αποτελεί απομάκρυνση από την αγάπη, που δεν κομματιάζει τον κόσμο, αλλά τον συνέχει και τον ζωοποιεί. Η «Πτώση» φέρνει την αδικία. Την καταστροφή και τον θάνατο στη Δημιουργία. Συνεπώς η λύση της αντίθεσης ελευθερίας-δικαιοσύνης εξαρτάται από την αναγωγή της αγάπης σε άξονα της υποκειμενοποίησης.
Η αναγωγή αυτή αναδεικνύει την εκκλησιαστική συλλογικότητα σε απάντηση στο «αίνιγμα της Ιστορίας». Σκοπός της εκκλησιαστικής συλλογικότητας ήταν να βοηθήσει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από την εσωτερική χαοτικότητα και να γίνει πραγματικό πρόσωπο, δηλαδή αυθυπερβατική σχέση ελευθερίας-αγάπης με το απολύτως διαφορετικό (Θεός) και με το σχετικώς διαφορετικό (Πλησίον). Απόλυτη ενικότητα (ατομικότητα) και συγχρόνως υπόσταση καθολικότητας (έμπρακτης ευθύνης για τις τύχες του κόσμου). Πράγμα βεβαίως εντελώς ξεχασμένο και παρανοημένο από τον χριστιανισμό της νεωτερικής εποχής. Οι κοινότητες, που τέτοια υποκείμενα είναι σε θέση να φτιάξουν, δεν μπορούν να αναιρέσουν την «πτώση», ώστε να εξαλειφθεί η αντίθεση ελευθερίας-δικαιοσύνης. Μπορούν όμως να «σώσουν» τον κόσμο, δηλαδή να μην τον αφήσουν να καταστραφεί. Είναι το «άλας» που θα εμποδίσει τον κόσμο να «σαπίσει» ολοκληρωτικά.
γ) Μιλάμε στην πραγματικότητα για ολόκληρη θεωρία και πρακτική αλλαγής του «υποκειμένου της αλλαγής». Τo σχήμα της είναι περίπου το εξής: Η αυθυπερβατική τάση του ανθρώπου ήταν «κάποτε» καθαρή ορμή προς την απόλυτη ελευθερία-αγάπη, άλλα για κάποιους λόγους η ορμή αυτή διαστράφηκε. Ο άνθρωπος χώρισε την ελευθερία του από την αγάπη και στη θέση της αγάπης έβαλε τον αυτοερωτισμό και την ωφελιμοθηρία-ηδονοθηρία. Το αποτέλεσμα ήταν η πτώση του στο χάος των «παθών», η συνακόλουθη απώλεια εσωτερικής ελευθερίας και η τροπή του σε ενεργούμενο των «συνθηκών». Με τον καιρό η διαστροφή (το «παρά φύσιν») έγινε «δεύτερη φύση» και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, με την κληρονομικότητα, την αγωγή και τη συνήθεια. Τούτο σημαίνει ότι η εσωτερική χαοτικότητα, που κάνει τον σύγχρονο άνθρωπο να εξομοιώνεται με αυτόματο, ριζώνει σε μια βαθύτερη και διιστορικής εμβέλειας, σχεδόν «φυσική», εσωτερική χαοτικότητα, πράγμα που, ειρήσθω εν παρόδω, εξηγεί και την τρομερή δύναμη του καπιταλιστικού συστήματος. Το σύστημα αυτό θεμελιώνει την ύπαρξη του ακριβώς στην εσωτερική χαοτικότητα, στην αναγωγή της θεμελιακής πτωτικής διαστροφής του ανθρώπου σε φυσική. Αντιθέτως: σκοπός της παραδοσιακής ευχαριστιακής-ασκητικής υποκειμενοποίησης, είναι η άρση της «προπατορικής» διαστροφής και η αποκατάσταση της αυθυπερβατικής ορμής του ανθρώπου στην «αρχική» φυσική της ενότητα και κατεύθυνση.
Το θέμα της μετάβασης από την αρχαία κοσμοκεντρική οντολογία στη βυζαντινή προσωποκεντρική οντολογία, είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο για την προβληματική της νεωτερικής κρίσης, αλλά και για την κριτική της νεοελληνικής αλλοτρίωσης.
Ο Ελληνισμός ζητά μονίμως τη μετοχή στο είναι. Την υπερνίκηση της τροπής. Μάχεται τη χαοτικότητα. Το είναι, το άτρεπτο και αναλλοίωτο, το βλέπει αρχικά στην κοσμική Δικαιοσύνη και προσπαθεί να το εισαγάγει στη ζωή του ατόμου και της Πολιτείας. Καλεί τον ατομικισμό του να υπερβεί τη χαοτικότητα των κινήτρων, που είναι η κενοδοξία, ο φόβος και το συμφέρον (Θουκυδίδης), και να εναρμονισθεί αυτοβούλως με τη σταθερή και αναλλοίωτη κοσμική Τάξη-Δικαιοσύνη. Η Δικαιοσύνη δεν έχει όμως οντολογικό (δηλαδή άτρεπτο) έρεισμα στο εσωτερικό της αρχαίας ελληνικής ψυχής. Στήριγμά της είναι μόνο ο φόβος της επιστροφής στο χάος κι ο εκστατικός θαυμασμός του κοσμικού κάλλους. Και τα δυο καταφανώς ανίσχυρα εμπρός στο υπέρτολμον καί πάντολμον της ανθρωπίνης επιθυμίας. Το μακρύ ακροζύγισμα στο αδιέξοδο έκανε την ελληνική ατομικότητα να τραπεί τελικά στο αντίθετό της. Να ανακυκλωθεί πολιτειακά στο κολεκτιβιστικό πνεύμα της Ανατολής. Πράγμα που είναι η άλλη όψη της μακεδονικής εκτίναξης του Ελληνισμού στα όρια της «οικουμένης». Ζητείται έκτοτε ο «θείος άνδρας», που θα γίνει ο φορέας της Δικαιοσύνης. Ιεροποιείται η εξουσία και εισάγεται στην ελληνική ψυχή το αρνητικό πρότυπο του «μεγάλου βασιλέως».
Το ελληνικό άτομο και ο πολιτειακός κοινοτισμός του αποτελούσαν μακρινό παρελθόν όταν έκανε την εμφάνισή του ο χριστιανισμός. Ο Ελληνισμός είχε από καιρό εκφυλισθεί σε σκιά του κλασικού εαυτού του. Παρά ταύτα είδε στο χριστιανικό μήνυμα, όπως αυτό ενσαρκωνόταν στις αποστολικές κοινότητες, την απάντηση στα αρχαία του ερωτήματα. Και το εισέπνευσε «μέχρις ονύχων». Η επιλογή ήταν ελεύθερη και συνειδητή. Αν Έλληνες είναι οι μετέχοντες ελληνικής παιδείας, τότε είναι ο μόνος λαός πού έγιναν χριστιανοί ένας-ένας χωριστά. Το άτρεπτο στοιχείο που ζητούσαν, για να το κάνουν άξονα του Βίου και της Πολιτείας, το βρήκαν στην υπερφυσική χριστιανική αγάπη. Και δεν γελάστηκαν, αφού η εκκλησιαστική συλλογικότητα ανέστησε τον Ελληνισμό από τον τάφο και του έδωσε άλλα χίλια χρόνια ιστορίας στην πρωτοπορία του πολιτισμού.
Τίθεται το ερώτημα: Κατόρθωσε ο «ένδοξός μας βυζαντινισμός» (Καβάφης) να ενσαρκώσει το χριστιανικό πρόσωπο; Δηλαδή: α) να ακυρώσει την τροπή της ελληνικής ατομικότητας στο ασιατικό της αντίθετο, και β) να την αναστήσει σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης, ικανής να κλείνει μέσα της και να λύνει την τραγική αντίθεση ελευθερίας-δικαιοσύνης;
Η απάντηση δεν είναι ούτε απολύτως θετική ούτε βεβαίως και αρνητική. Το Βυζάντιο ήταν κι αυτό μια «πτωτική» πολιτειακή μορφή. Κράμα ελληνικού κοινοτισμού και ασιατικού δεσποτισμού. Παρά τα προωθημένα στοιχεία «καλής αλλοίωσής» του, λόγω της παραδειγματικής εκκλησιαστικής συλλογικότητας στους κόλπους του, παρέμεινε κατάλοιπο της εθελούσιας «βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας» του ελληνικού πνεύματος. Ο κοινοτισμός περιορίστηκε στην τοπική κλίμακα. Η πολιτειακή δικαιοσύνη αναβλήθηκε για τη Δευτέρα Παρουσία, δείχνοντας ίσως έλλειμμα τραγικής εγρήγορσης. Λίγοι μπορούσαν να γίνουν άγιοι χωρίς να καταφύγουν στις ερημιές. Κι αυτό παρά την κοινή προσήλωση στο ιδανικό της αγιότητας. Είναι ωστόσο η μοναδική μορφή Πολιτείας, όπου η εξουσιαστική συλλογικότητα αντιρροπήθηκε σε κάποιο βαθμό από μια προσωποκεντρική, αντιδυναμοκεντρική-χαρισματική, συλλογικότητα.
Ίσως μπορεί να ειπωθεί ότι το Βυζάντιο «χρησιμοποίησε τη χριστιανική αγάπη για να πραγματοποιήσει το ιδανικό της ελληνικής παιδείας». Να εναρμονίσει την ψυχή μέσα στον κλειστό χώρο της μικρής αυτόνομης κοινότητας και να πετύχει έτσι τον ανεκπλήρωτο στόχο της αρχαιότητας. Το χριστιανικό ιδανικό, το άνοιγμα στο διαφορετικό (εις «πάντα τα έθνη») και η εργασία πάνω σ' αυτό, δεν προσεγγίστηκε, από τον βυζαντινό Ελληνισμό, παρά μόνο με τρόπο μερικό, περιπτωτικό και αμυντικό. Εξ ού και η αφαίρεση «ακόμα κι αυτού που του είχε δοθεί». Ο αναγεννημένος νεώτερος Ελληνισμός δεν μπόρεσε, σ' αυτό το σημείο, να υπερβεί το Βυζάντιο και προσπάθησε να το σβήσει από τη μνήμη του. Χάθηκε έτσι το περιθώριο της νεωτερικότητας. Τώρα όμως που η νεωτερικότητα καταρρέει και είναι αναγκασμένος να ζητήσει την προοπτική του έξω και πέρα απ' αυτήν, η ανάκτηση της ιστορικής μνήμης και η αναμέτρηση με τα ερωτήματά της, είναι ανάγκη επιτακτική.
* * *
Το ερώτημα που θέτει η κρίση της νεωτερικότητας είναι λοιπόν το εξής: μπορεί ο σημερινός άνθρωπος να βρει μέσα του ένα τόσο σταθερό αυθυπερβατικό στήριγμα που να του επιτρέπει α) να κυριαρχεί πάνω στην εσωτερική του χαοτικότητα, β) να αποστασιοποιείται από το σύστημα των αναγκών του και γ) να διαμορφώνει συλλογικές μορφές ικανές να ελέγχουν την τραγική αντίθεση ελευθερίας-δικαιοσύνης;
Είναι νομίζω φανερό ότι χωρίς μια καταφατική και πρακτικά επαληθεύσιμη διυποκειμενική απάντηση στο τριπλό αυτό ερώτημα, δεν μπορεί να υπάρξει διέξοδος προς τον ζητούμενο μετανεωτερικό πολιτισμό.
[*] Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Η ΕΚΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ, σ.309-321. Αρμός 2001, β' έκδοση.
πηγή: Αντίφωνο
Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011
Τα πρωτοσέλιδα της κρίσης* Κωνσταντίνος Μπλάθρας
Δύο είναι, κυρίως, τα λάθη της πολιτικής ηγεσίας, που οδήγησαν τη Χώρα σ’ αυτή την πρωτοφανή παρακμή, στη βαθειά πολιτική, οικονομική, ταυτόχρονα κοινωνική και ηθική κρίση. Πρώτον, η πέρα από κάθε όριο, νομικό και ηθικό φραγμό, λεηλασία του κράτους από τις κομματικές νομενκλατούρες. Λεηλασία που, εκτός από στέγνωμα του δημόσιου ταμείου σημαίνει επίσης δήωση του δημόσιου χώρου της πολιτικής και καταλήστευση των ηθικών αποθεμάτων του λαού. Σ’ αυτή την άνευ προηγουμένου κομματική επέλαση (του συνόλου, δυστυχώς, των κοινοβουλευτικών κομμάτων της Μεταπολίτευσης) η ανομία διεσπάρη σε μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας, υπό τον μανδύα του (ιδιοτελούς) «εκδημοκρατισμού». Οι ρίζες της ανομίας πρέπει να αναζητηθούν εν μέση Δικτατορία, ιδιαίτερα στην τελευταία της περίοδο, στα δημοφιλή «φιλολαϊκά» μέτρα, με στόχο την εξαγορά συνειδήσεων.
Η Μεταπολίτευση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και ιδιαίτερα, εδώ είναι το μέγα παράδοξο, η Μεταπολίτευση του Ανδρέα Παπανδρέου επένδυσε σ’ αυτή τη «φιλολαϊκή» πολιτική εκδημοκρατισμού, η οποία διεύρυνε εμπράκτως το ταξικό χάσμα στην ελληνική κοινωνία. Απλώς στους έχοντες προστέθηκαν τώρα οι «κατέχοντες άκρες» αχρείοι του κομματικού (παρα)κράτους, που έμαθαν φαρσί τη νέα ομιλία μιας σοσιαλεπώνυμης ρητορείας.
Ερχόμαστε έτσι στη δεύτερη μεγάλη αμαρτία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, στον ασίγαστο, ιδιοτελή και εξαχρειωμένο λαϊκισμό της Μεταπολίτευσης. Τίποτα πια δεν ονομάζεται με τ’ όνομά του: Η διάλυση της αγροτικής παραγωγής ονομάστηκε «στήριξη» του αγρότη μέσω επιδοτήσεων, η εξάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος εκδημοκρατισμός της παιδείας, η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας εκσυγχρονισμός, η υποτέλεια με εξευτελιστικούς όρους στους επικυρίαρχους (Αμερικανούς, ΝΑΤΟ, Ε.Ε.) φιλία των λαών, ειρήνη, πολιτική της υπερήφανης Ελλάδας κ.τ.ό. Το φάσμα του λαϊκισμού βαραίνει το σύνολο του πολιτικού κόσμου της Μεταπολίτευσης, με επιβεβαιωμένες κάποιες επαινετές εξαιρέσεις. Το ότι υπήρχε πάντοτε «ο αριστερός ψάλτης», η εξ αριστερών αντιπολίτευση, δεν αίρει την παραπάνω διαπίστωση, καθώς η αντιπολίτευση αυτή συνήθως υπερακόντιζε την κυβέρνηση σε λαϊκιστική αμετροέπεια αφ’ ενός, αφ’ ετέρου στήριζε πάνω της μια εξαχρειωμένη κομματική ιδιοτέλεια, η οποία ευθύνεται εν πολλοίς για τη σημερινή πλήρη πολιτική ακινησία. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο χάλι στα Πανεπιστήμια, μέσα από την μαφιόζικου τύπου «πολιτική» συναλλαγή, όπου το «κράτος της Δεξιάς» αντικαταστάθηκε από τους «αναβαπτισμένους» του Πολυτεχνείου, με την ίδια πάντοτε αντιδημοκρατική στόχευση.
Ίσως οι πιο πάνω κρίσεις φανούν ιδιαίτερα αυστηρές, επηρρεασμένες, θα πει κάποιος, από το κίνημα των επ’ εσχάτοις αγανακτισμένων. Μακάρι να ήταν οι διαπιστώσεις μας υπερβολικές. Αυτό ευχόμασταν κάθε φορά που γράφαμε τα κείμενα που ακολουθούν: Μακάρι να διαψευσθούμε! Η θέση της Κασσάνδρας και του Ιερεμία είναι το ίδιο άχαρες είτε ζεις στην Τροία ή στην Ιερουσαλήμ ή στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Όταν προειδοποιούσαμε, μαζί με τους Γάλλους αγανακτισμένους του 2006, για «το φόβητρο του χρέους, ένα σύστημα καλύτερο από την αποικιοκρατία», το Αλογοσκούφειο τότε υπουργείο Οικονομικών συνέχιζε στο κόκκινο το δανεισμό της χώρας. Όταν γράφαμε ομοίως πως «η έλλειψη ευρύτερης στρατηγικής για τη χώρα, δηλαδή για την οικονομία, την εργασία, την παιδεία, την ασφάλεια, την πληθυσμιακή ανάπτυξη, τη θέση της Ελλάδας στο διεθνες γίγνεσθαι, δημιουργεί μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση για την εθνική μας επιβίωση» ή όταν επισημαίναμε ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες «είναι μια καλοστημένη επιχείρηση καταλήστευσης των πόρων ενός μικρού λαού και φαλκίδευσης των δικαιωμάτων του», η Αθήνα βυθιζόταν στην παραισθησιογόνο ευτυχία του 2004. Κι όταν εκεί που στον Δεκέμβρη του 2008 ανευθυνο-«έφηβοι» σχολιαστές είδαν «εξέγερση της νεολαίας», εμείς καταγράψαμε την αρχή μιας δημοκρατικής εκτροπής, αυτή δεν άργησε να καταφθάσει τον Μάη του 2010. Μα κι όταν γράφαμε «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν», το καλοκαίρι του 2009 που Γ. Παπανδρέου επέλαυνε με το «λεφτά υπάρχουν», κι αν πρώτοι χτυπήσαμε στην πρώτη σελίδα τον τίτλο «Νέα (Γερμανική;) Κατοχή» (Γενάρης 2010), πάντα βαθειά μέσα μας ευχόμαστε να διαψευστούμε, τα χειρότερα να μην φθάσουν.
Δυστυχώς, η φωνή μας, όπως και η φωνή αρκετών άλλων, όσων δεν εξαγοράστηκαν και δεν ξεμυαλίστηκαν από τα καθρεφτάκια της Μεταπολίτευσης, αν και καθαρή στις διαπιστώσεις της παρέμεινε ασθενής, ίσως λόγω της φτώχειας μας και δικής μας αδυναμίας. Κι αν τώρα, που ολόκληρη η κοινωνία μοιάζει να ξυπνά από έναν τριακονταετή λήθαργο, συναθρίσαμε αυτές τις φωνές σ’ αυτό το βιβλίο, το κάναμε για ν’ ακουστεί η φωνή μας λίγο μακρύτερα, με την κρυφή ελπίδα να διαψευστούμε και τα χειρότερα να μην έρθουν. Θέλουμε επίσης να δυναμώσουμε τη φωνή εντύπων όπως η «Χριστιανική», με αγωνιστική πορεία μισού αιώνα, και του νέου και αχρημάτιστου περιοδικού «manifesto», που ανάβουν σαν μικρά φαναράκια σε μια Χώρα που πλέει ολοταχώς στις ξέρες της Νέας Τάξης.
Αλλά για να μη χαθούμε αύτανδροι, χρειάζεται επειγόντως να γίνει εκείνο που δεν έγινε τριάντα χρόνια τώρα: Να συζητήσουμε με ειλικρίνεια, να δια-βουλευτούμε και να συν-αποφασίσουμε ότι αυτή η μοίρα της καταστροφής δεν μάς ανήκει. Μια τέτοια απόφαση δεν είναι εύκολη δουλειά γιατί χρειάζεται να σηκώσουμε στην πλάτη μας την ευθύνη. Δημοκρατία χωρίς ευθύνη δε νοείται, όπως και Δημοκρατία χωρίς πατριωτισμό. Και πιστέψτε με, τα συνθήματα λίγην αξία έχουν, εάν δεν είναι πάνυ αποπροσανατολιστικά, σαν έρθει η ώρα των αποφάσεων. Σ’ ένα διεθνές περιβάλλον που ρέπει στο χάος, με τον ανταγωνισμό των ισχυρών να «χτυπάει κόκκινο», χωρίς τις αναστολές ενός Ψυχρού Πολέμου, για μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, μόνο της στήριγμα είναι ο ίδιος της ο λαός, αυτός που το «Μνημόνιο» επιχειρεί να δέσει πισθάγκωνα. Το επείγον, αυτή την έσχατη ώρα, είναι να ξαναζωντανέψει το αγωνιστικό και αντιστασιακό φρόνημα του ελληνικού λαού, που το καταπλάκωσε η συνθηματολογία και το εξανδραπόδισαν οι επιχορηγήσεις. Πρέπει να ξανάβρουμε τη θέληση και την απόφαση να ζήσουμε, με τα δικά μας μέσα, βασισμένοι στα δικά μας χέρια, που αργεύουν σήμερα, αγοράζοντας τα αναγκαία από τον σύγχρονο κόσμο μα και πουλώντας προϊόντα της προίκας του λαού μας, που δεν είναι ευκαταφρόνητη.
Γιατί, όπως το 1821, έτσι και σήμερα «δεν είν’ εύκολες οι θύρες, / εάν η χρεία τες κρουταλεί.» Γιατί, αν θέλουμε να ζήσουμε, πρέπει πάλι να ματώσουμε από της ελευθερίας «την κόψη του σπαθιού την τρομερή».
*Προδημοσίευση από το καινούργιο βιβλίο του Κωνσταντίνου Μπλάθρα "Τα πρωτοσέλιδα της κρίσης" που θα παρουσιαστεί την Παρασκευή 15 Ιουλίου, στις 19.00, στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ (Σταδίου 24), εκτός από τον συγγραφέα θα μιλήσουν ο Μανώλης Μηλιαράκης και ο Νίκος Ράπτης.
πηγή: Αντίφωνο
Η Μεταπολίτευση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και ιδιαίτερα, εδώ είναι το μέγα παράδοξο, η Μεταπολίτευση του Ανδρέα Παπανδρέου επένδυσε σ’ αυτή τη «φιλολαϊκή» πολιτική εκδημοκρατισμού, η οποία διεύρυνε εμπράκτως το ταξικό χάσμα στην ελληνική κοινωνία. Απλώς στους έχοντες προστέθηκαν τώρα οι «κατέχοντες άκρες» αχρείοι του κομματικού (παρα)κράτους, που έμαθαν φαρσί τη νέα ομιλία μιας σοσιαλεπώνυμης ρητορείας.
Ερχόμαστε έτσι στη δεύτερη μεγάλη αμαρτία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, στον ασίγαστο, ιδιοτελή και εξαχρειωμένο λαϊκισμό της Μεταπολίτευσης. Τίποτα πια δεν ονομάζεται με τ’ όνομά του: Η διάλυση της αγροτικής παραγωγής ονομάστηκε «στήριξη» του αγρότη μέσω επιδοτήσεων, η εξάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος εκδημοκρατισμός της παιδείας, η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας εκσυγχρονισμός, η υποτέλεια με εξευτελιστικούς όρους στους επικυρίαρχους (Αμερικανούς, ΝΑΤΟ, Ε.Ε.) φιλία των λαών, ειρήνη, πολιτική της υπερήφανης Ελλάδας κ.τ.ό. Το φάσμα του λαϊκισμού βαραίνει το σύνολο του πολιτικού κόσμου της Μεταπολίτευσης, με επιβεβαιωμένες κάποιες επαινετές εξαιρέσεις. Το ότι υπήρχε πάντοτε «ο αριστερός ψάλτης», η εξ αριστερών αντιπολίτευση, δεν αίρει την παραπάνω διαπίστωση, καθώς η αντιπολίτευση αυτή συνήθως υπερακόντιζε την κυβέρνηση σε λαϊκιστική αμετροέπεια αφ’ ενός, αφ’ ετέρου στήριζε πάνω της μια εξαχρειωμένη κομματική ιδιοτέλεια, η οποία ευθύνεται εν πολλοίς για τη σημερινή πλήρη πολιτική ακινησία. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο χάλι στα Πανεπιστήμια, μέσα από την μαφιόζικου τύπου «πολιτική» συναλλαγή, όπου το «κράτος της Δεξιάς» αντικαταστάθηκε από τους «αναβαπτισμένους» του Πολυτεχνείου, με την ίδια πάντοτε αντιδημοκρατική στόχευση.
Ίσως οι πιο πάνω κρίσεις φανούν ιδιαίτερα αυστηρές, επηρρεασμένες, θα πει κάποιος, από το κίνημα των επ’ εσχάτοις αγανακτισμένων. Μακάρι να ήταν οι διαπιστώσεις μας υπερβολικές. Αυτό ευχόμασταν κάθε φορά που γράφαμε τα κείμενα που ακολουθούν: Μακάρι να διαψευσθούμε! Η θέση της Κασσάνδρας και του Ιερεμία είναι το ίδιο άχαρες είτε ζεις στην Τροία ή στην Ιερουσαλήμ ή στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Όταν προειδοποιούσαμε, μαζί με τους Γάλλους αγανακτισμένους του 2006, για «το φόβητρο του χρέους, ένα σύστημα καλύτερο από την αποικιοκρατία», το Αλογοσκούφειο τότε υπουργείο Οικονομικών συνέχιζε στο κόκκινο το δανεισμό της χώρας. Όταν γράφαμε ομοίως πως «η έλλειψη ευρύτερης στρατηγικής για τη χώρα, δηλαδή για την οικονομία, την εργασία, την παιδεία, την ασφάλεια, την πληθυσμιακή ανάπτυξη, τη θέση της Ελλάδας στο διεθνες γίγνεσθαι, δημιουργεί μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση για την εθνική μας επιβίωση» ή όταν επισημαίναμε ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες «είναι μια καλοστημένη επιχείρηση καταλήστευσης των πόρων ενός μικρού λαού και φαλκίδευσης των δικαιωμάτων του», η Αθήνα βυθιζόταν στην παραισθησιογόνο ευτυχία του 2004. Κι όταν εκεί που στον Δεκέμβρη του 2008 ανευθυνο-«έφηβοι» σχολιαστές είδαν «εξέγερση της νεολαίας», εμείς καταγράψαμε την αρχή μιας δημοκρατικής εκτροπής, αυτή δεν άργησε να καταφθάσει τον Μάη του 2010. Μα κι όταν γράφαμε «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν», το καλοκαίρι του 2009 που Γ. Παπανδρέου επέλαυνε με το «λεφτά υπάρχουν», κι αν πρώτοι χτυπήσαμε στην πρώτη σελίδα τον τίτλο «Νέα (Γερμανική;) Κατοχή» (Γενάρης 2010), πάντα βαθειά μέσα μας ευχόμαστε να διαψευστούμε, τα χειρότερα να μην φθάσουν.
Δυστυχώς, η φωνή μας, όπως και η φωνή αρκετών άλλων, όσων δεν εξαγοράστηκαν και δεν ξεμυαλίστηκαν από τα καθρεφτάκια της Μεταπολίτευσης, αν και καθαρή στις διαπιστώσεις της παρέμεινε ασθενής, ίσως λόγω της φτώχειας μας και δικής μας αδυναμίας. Κι αν τώρα, που ολόκληρη η κοινωνία μοιάζει να ξυπνά από έναν τριακονταετή λήθαργο, συναθρίσαμε αυτές τις φωνές σ’ αυτό το βιβλίο, το κάναμε για ν’ ακουστεί η φωνή μας λίγο μακρύτερα, με την κρυφή ελπίδα να διαψευστούμε και τα χειρότερα να μην έρθουν. Θέλουμε επίσης να δυναμώσουμε τη φωνή εντύπων όπως η «Χριστιανική», με αγωνιστική πορεία μισού αιώνα, και του νέου και αχρημάτιστου περιοδικού «manifesto», που ανάβουν σαν μικρά φαναράκια σε μια Χώρα που πλέει ολοταχώς στις ξέρες της Νέας Τάξης.
Αλλά για να μη χαθούμε αύτανδροι, χρειάζεται επειγόντως να γίνει εκείνο που δεν έγινε τριάντα χρόνια τώρα: Να συζητήσουμε με ειλικρίνεια, να δια-βουλευτούμε και να συν-αποφασίσουμε ότι αυτή η μοίρα της καταστροφής δεν μάς ανήκει. Μια τέτοια απόφαση δεν είναι εύκολη δουλειά γιατί χρειάζεται να σηκώσουμε στην πλάτη μας την ευθύνη. Δημοκρατία χωρίς ευθύνη δε νοείται, όπως και Δημοκρατία χωρίς πατριωτισμό. Και πιστέψτε με, τα συνθήματα λίγην αξία έχουν, εάν δεν είναι πάνυ αποπροσανατολιστικά, σαν έρθει η ώρα των αποφάσεων. Σ’ ένα διεθνές περιβάλλον που ρέπει στο χάος, με τον ανταγωνισμό των ισχυρών να «χτυπάει κόκκινο», χωρίς τις αναστολές ενός Ψυχρού Πολέμου, για μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, μόνο της στήριγμα είναι ο ίδιος της ο λαός, αυτός που το «Μνημόνιο» επιχειρεί να δέσει πισθάγκωνα. Το επείγον, αυτή την έσχατη ώρα, είναι να ξαναζωντανέψει το αγωνιστικό και αντιστασιακό φρόνημα του ελληνικού λαού, που το καταπλάκωσε η συνθηματολογία και το εξανδραπόδισαν οι επιχορηγήσεις. Πρέπει να ξανάβρουμε τη θέληση και την απόφαση να ζήσουμε, με τα δικά μας μέσα, βασισμένοι στα δικά μας χέρια, που αργεύουν σήμερα, αγοράζοντας τα αναγκαία από τον σύγχρονο κόσμο μα και πουλώντας προϊόντα της προίκας του λαού μας, που δεν είναι ευκαταφρόνητη.
Γιατί, όπως το 1821, έτσι και σήμερα «δεν είν’ εύκολες οι θύρες, / εάν η χρεία τες κρουταλεί.» Γιατί, αν θέλουμε να ζήσουμε, πρέπει πάλι να ματώσουμε από της ελευθερίας «την κόψη του σπαθιού την τρομερή».
*Προδημοσίευση από το καινούργιο βιβλίο του Κωνσταντίνου Μπλάθρα "Τα πρωτοσέλιδα της κρίσης" που θα παρουσιαστεί την Παρασκευή 15 Ιουλίου, στις 19.00, στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ (Σταδίου 24), εκτός από τον συγγραφέα θα μιλήσουν ο Μανώλης Μηλιαράκης και ο Νίκος Ράπτης.
πηγή: Αντίφωνο
Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011
Η κρίση, η Δημοκρατία, οι πολίτες και η βία Του Σάββα Καλεντερίδη
Μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, νικητές και ηττημένοι, προσπαθούσαν να γιατρέψουν τις πληγές του καταστροφικού πολέμου και να ανορθώσουν τις κοινωνίες και τις οικονομίες τους, εμείς στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα άφρονων επιλογών των πολιτικών μας ταγών, με τον τραγικό Εμφύλιο γκρεμίζαμε ό,τι έμεινε όρθιο από τον πόλεμο.
Τότε, στις αρχές του 1950, όταν άρχισε η καταγραφή των αναπήρων και θυμάτων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αποπειράθηκαν τα παιδιά ενός Πόντιου από κάποιο χωριό της Κατερίνης,. που έχασε το ένα πόδι του πάνω από το μηρό στο Μέτωπο της Αλβανίας, να τον δηλώσουν ως ανάπηρο, για να επωφεληθεί των ευεργετημάτων που θέσπισε η πολιτεία και να λάβει τη σύνταξη του αναπήρου πολέμου. Τότε ο υπερήφανος αυτός Έλληνας, που είχε πολεμήσει και στα βουνά του Πόντου ως αντάρτης, προσβλήθηκε βαθύτατα από την απόπειρα των παιδιών του, τους οποίους επιτίμησε λέγοντας: «Απορώ τι παιδιά μεγάλωσα. Πώς είναι δυνατόν να διανοηθείτε ότι εγώ, που υπηρέτησα το Έθνος και την Πατρίδα στον Πόντο και εδώ στην Ελλάδα, που ήμουν έτοιμος ανά πάσα στιγμή να δώσω τη ζωή μου γι’ αυτήν, θα καταδεχτώ να πάρω σύνταξη από την καθημαγμένη μας Πατρίδα. Η Πατρίδα μας τώρα χρειάζεται τη βοήθειά μας και αντί να μου πείτε να τη βοηθήσουμε, μου προτείνετε να πάρουμε απ’ αυτήν;» Και φυσικά αρνήθηκε να πάρει τη σύνταξη που εδικαιούτο.
Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν χιλιάδες, αφού ο ελληνικός λαός από το 1821 και εντεύθεν, σε αλλεπάλληλους αγώνες, πρόσφερε με αυτοθυσία ακόμα και τη ζωή του για τη δημιουργία της σύγχρονης Ελλάδας, που σήμερα βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής.
Αυτός ο λαός, δεξιοί και αριστεροί, που ήταν έτοιμος ανά πάσα στιγμή να προσφέρει και όχι να πάρει από το κράτος και την πατρίδα, σταδιακά, μετά τη Μεταπολίτευση, εκμαυλίστηκε από τους πολιτικούς και άλλαξε εντελώς νοοτροπία, βλέποντας το κράτος ως λύση για όλα του τα προβλήματα, ενώ οι ίδιοι οι πολιτικοί φρόντισαν να βγάλουν από το λεξιλόγιό του τη λέξη «Πατρίδα», που αποτελούσε έναν από τους πιο σημαντικούς πυλώνες της κοινωνικής και πολιτικής ηθικής στην Ελλάδα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από το 1981 και εντεύθεν, όταν με το κίβδηλο επιχείρημα της ιστορικής δικαίωσης και με το σκεπτικό ότι μετά την Κατοχή νέμονταν το κράτος οι δοσίλογοι, οι μαυραγορίτες και οι δεξιοί, άνοιξαν οι πύλες του κράτους και των ασφαλιστικών ταμείων για τους επί δεκαετίες αποκλεισμένους αριστερούς, για να κάνουν κι αυτοί ό,τι έκαναν οι άλλοι που κατηγορούσαν και μάλιστα με την ορμή του ηττημένου που διψάει για εκδίκηση. Όμως το ένα λάθος δεν αντιμετωπίζεται και δεν λύνεται με ένα άλλο. Τα αποτελέσματα γνωστά -αρκεί να δει κανείς τα ποσοστά στην ΑΔΕΔΥ- με μοιραίο συνεπακόλουθο τη διάλυση της ιεραρχίας, της Δημόσιας Διοίκησης και του κράτους, τη σταδιακή επιβάρυνση του προϋπολογισμού, μια επιβάρυνση που καλυπτόταν από εξωτερικό δανεισμό, για να καταλήξουμε στη σημερινή τραγική κατάσταση.
Έτσι φθάσαμε στο «μαζί τα φάγαμε», μια φράση που δεν ειπώθηκε τυχαία, αφού είχε ως στόχο τη δημιουργία αισθήματος συλλογικής ευθύνης και ενοχής στους πολίτες και την κοινωνία, για να δεχτούν στη συνέχεια αδιαμαρτύρητα τα όποια δυσβάστακτα μέτρα επιβάλλουν οι δανειστές μας. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται, η φράση και το σκεπτικό που την προκάλεσε δεν έφερε το απαιτούμενο αποτέλεσμα, κυρίως για δυο λόγους.
Ο πρώτος είναι ότι μέσα σ’ αυτήν κρύβεται η μισή αλήθεια, αφού ναι μεν οι πολίτες με τη συμμετοχή τους στο παιχνίδι των προσλήψεων και των παροχών του κράτους συμμετείχαν στην κατασπατάληση των δημόσιων πόρων και του εθνικού πλούτου, πλην όμως τους όρους του παιχνιδιού τους καθόρισαν οι πολιτικοί, οι οποίοι μάλιστα, ως κυρίαρχοι στην Εκτελεστική και τη Νομοθετική εξουσία, καπέλωσαν και τη Δικαστική εξουσία, αλλοιώνοντας και το χαρακτήρα του πολιτεύματος και βγάζοντας από τη μέση έναν παράγοντα ο οποίος θα μπορούσε να βάλει φρένο στον ηθικό και πολιτικό κατήφορο των πολιτικών.
Ο δεύτερος λόγος είναι το γεγονός ότι η συγκεκριμένη φράση και γενικότερα η τακτική και οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση για να εφαρμόσει τις πολιτικές της και να πείσει τους πολίτες να συμμετέχουν στις προσπάθειες για την ανόρθωση της χώρας, είναι εκβιαστικές και προσβάλλουν την υπερηφάνεια και το φιλότιμο των Ελλήνων πολιτών.
Αυτοί είναι οι κύριοι λόγοι που προκαλούν την κοινωνική οργή και τροφοδοτούν τα φαινόμενα βίας, χωρίς να αποκλείεται φυσικά η συμμετοχή των μηχανισμών της άρνησης και του μηδενισμού, που πολύ απλά επωφελούνται από μια κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην ελληνική κοινωνία, για αντικειμενικούς λόγους, που αδρομερώς προαναφέρθηκαν.
Η κατάσταση στην ελληνική κοινωνία δεν είναι καλή και τα φαινόμενα προπηλακισμού και άσκησης βίας εναντίον βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου ορθώς ανησυχούν και πανικοβάλλουν τα κόμματα. Η λύση της καταστολής είναι πυροσβεστική και δεν λύνει το πρόβλημα της οργής και της βίας, για να μην πούμε ότι υπό προϋποθέσεις το επιτείνει, όπως επίσης δεν είναι λύση η ανάληψη πρωτοβουλιών όπως η αναγγελθείσα από τον κ. πρωθυπουργό για την αντιμετώπιση των φαινομένων βίας.
Η Ελλάδα, η Πατρίδα μας, αντιμετωπίζει ένα σοβαρότατο πρόβλημα, που δημιουργήθηκε με κύρια ευθύνη των πολιτικών. Μόνο που για να επιλυθεί το πρόβλημα αυτό δεν αρκεί η συμμετοχή και η συναίνεση των πολιτικών και των κομμάτων, αλλά απαιτείται η εθελούσια μαζική συμμετοχή των ίδιων των πολιτών και της κοινωνίας. Και για να γίνει αυτό, για να ξαναβρούμε εμείς οι Έλληνες τα χαρακτηριστικά της αυταπάρνησης και της φιλοπατρίας του Πόντιου που αρνήθηκε τη σύνταξη, θα πρέπει οι πολιτικοί να κάνουν την αυτοκριτική τους και να δώσουν ξεκάθαρα δείγματα των προθέσεών τους για τη στάση που θα ακολουθήσουν από τούδε και στο εξής. Με άλλα λόγια, πρέπει να μιλήσουν με ειλικρίνεια στον ελληνικό λαό και να του χτυπήσουν στο φιλότιμο, για να συμμετέχει σύσσωμος και με αυταπάρνηση στο δύσκολο έργο της ανασυγκρότησης της χώρας. Τότε θα έχει απαλειφθεί αυτόματα και το πρόβλημα των προπηλακισμών και της βίας εναντίον των πολιτικών.
Το ερώτημα είναι αν μπορούν, αν έχουν το πολιτικό, το ηθικό και το εθνικό ανάστημα να το πράξουν πολιτικοί που έχουν βεβαρημένο παρελθόν, που περιτριγυρίζονται από στρατιές ξένων περίεργων συμβούλων, εκείνοι που δεν χάνουν την ευκαιρία να δηλώνουν ανερυθρίαστα ότι είναι γνήσια και πειθαρχημένα τέκνα της παγκόσμιας διακυβέρνησης και που μέχρι χθες αντιμετώπιζαν με ένα είδος απέχθειας τις λέξεις Έλληνας, Έθνος και Πατρίδα.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, την Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011
http://infognomonpolitics.blogspot.com
Τότε, στις αρχές του 1950, όταν άρχισε η καταγραφή των αναπήρων και θυμάτων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αποπειράθηκαν τα παιδιά ενός Πόντιου από κάποιο χωριό της Κατερίνης,. που έχασε το ένα πόδι του πάνω από το μηρό στο Μέτωπο της Αλβανίας, να τον δηλώσουν ως ανάπηρο, για να επωφεληθεί των ευεργετημάτων που θέσπισε η πολιτεία και να λάβει τη σύνταξη του αναπήρου πολέμου. Τότε ο υπερήφανος αυτός Έλληνας, που είχε πολεμήσει και στα βουνά του Πόντου ως αντάρτης, προσβλήθηκε βαθύτατα από την απόπειρα των παιδιών του, τους οποίους επιτίμησε λέγοντας: «Απορώ τι παιδιά μεγάλωσα. Πώς είναι δυνατόν να διανοηθείτε ότι εγώ, που υπηρέτησα το Έθνος και την Πατρίδα στον Πόντο και εδώ στην Ελλάδα, που ήμουν έτοιμος ανά πάσα στιγμή να δώσω τη ζωή μου γι’ αυτήν, θα καταδεχτώ να πάρω σύνταξη από την καθημαγμένη μας Πατρίδα. Η Πατρίδα μας τώρα χρειάζεται τη βοήθειά μας και αντί να μου πείτε να τη βοηθήσουμε, μου προτείνετε να πάρουμε απ’ αυτήν;» Και φυσικά αρνήθηκε να πάρει τη σύνταξη που εδικαιούτο.
Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν χιλιάδες, αφού ο ελληνικός λαός από το 1821 και εντεύθεν, σε αλλεπάλληλους αγώνες, πρόσφερε με αυτοθυσία ακόμα και τη ζωή του για τη δημιουργία της σύγχρονης Ελλάδας, που σήμερα βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής.
Αυτός ο λαός, δεξιοί και αριστεροί, που ήταν έτοιμος ανά πάσα στιγμή να προσφέρει και όχι να πάρει από το κράτος και την πατρίδα, σταδιακά, μετά τη Μεταπολίτευση, εκμαυλίστηκε από τους πολιτικούς και άλλαξε εντελώς νοοτροπία, βλέποντας το κράτος ως λύση για όλα του τα προβλήματα, ενώ οι ίδιοι οι πολιτικοί φρόντισαν να βγάλουν από το λεξιλόγιό του τη λέξη «Πατρίδα», που αποτελούσε έναν από τους πιο σημαντικούς πυλώνες της κοινωνικής και πολιτικής ηθικής στην Ελλάδα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από το 1981 και εντεύθεν, όταν με το κίβδηλο επιχείρημα της ιστορικής δικαίωσης και με το σκεπτικό ότι μετά την Κατοχή νέμονταν το κράτος οι δοσίλογοι, οι μαυραγορίτες και οι δεξιοί, άνοιξαν οι πύλες του κράτους και των ασφαλιστικών ταμείων για τους επί δεκαετίες αποκλεισμένους αριστερούς, για να κάνουν κι αυτοί ό,τι έκαναν οι άλλοι που κατηγορούσαν και μάλιστα με την ορμή του ηττημένου που διψάει για εκδίκηση. Όμως το ένα λάθος δεν αντιμετωπίζεται και δεν λύνεται με ένα άλλο. Τα αποτελέσματα γνωστά -αρκεί να δει κανείς τα ποσοστά στην ΑΔΕΔΥ- με μοιραίο συνεπακόλουθο τη διάλυση της ιεραρχίας, της Δημόσιας Διοίκησης και του κράτους, τη σταδιακή επιβάρυνση του προϋπολογισμού, μια επιβάρυνση που καλυπτόταν από εξωτερικό δανεισμό, για να καταλήξουμε στη σημερινή τραγική κατάσταση.
Έτσι φθάσαμε στο «μαζί τα φάγαμε», μια φράση που δεν ειπώθηκε τυχαία, αφού είχε ως στόχο τη δημιουργία αισθήματος συλλογικής ευθύνης και ενοχής στους πολίτες και την κοινωνία, για να δεχτούν στη συνέχεια αδιαμαρτύρητα τα όποια δυσβάστακτα μέτρα επιβάλλουν οι δανειστές μας. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται, η φράση και το σκεπτικό που την προκάλεσε δεν έφερε το απαιτούμενο αποτέλεσμα, κυρίως για δυο λόγους.
Ο πρώτος είναι ότι μέσα σ’ αυτήν κρύβεται η μισή αλήθεια, αφού ναι μεν οι πολίτες με τη συμμετοχή τους στο παιχνίδι των προσλήψεων και των παροχών του κράτους συμμετείχαν στην κατασπατάληση των δημόσιων πόρων και του εθνικού πλούτου, πλην όμως τους όρους του παιχνιδιού τους καθόρισαν οι πολιτικοί, οι οποίοι μάλιστα, ως κυρίαρχοι στην Εκτελεστική και τη Νομοθετική εξουσία, καπέλωσαν και τη Δικαστική εξουσία, αλλοιώνοντας και το χαρακτήρα του πολιτεύματος και βγάζοντας από τη μέση έναν παράγοντα ο οποίος θα μπορούσε να βάλει φρένο στον ηθικό και πολιτικό κατήφορο των πολιτικών.
Ο δεύτερος λόγος είναι το γεγονός ότι η συγκεκριμένη φράση και γενικότερα η τακτική και οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση για να εφαρμόσει τις πολιτικές της και να πείσει τους πολίτες να συμμετέχουν στις προσπάθειες για την ανόρθωση της χώρας, είναι εκβιαστικές και προσβάλλουν την υπερηφάνεια και το φιλότιμο των Ελλήνων πολιτών.
Αυτοί είναι οι κύριοι λόγοι που προκαλούν την κοινωνική οργή και τροφοδοτούν τα φαινόμενα βίας, χωρίς να αποκλείεται φυσικά η συμμετοχή των μηχανισμών της άρνησης και του μηδενισμού, που πολύ απλά επωφελούνται από μια κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην ελληνική κοινωνία, για αντικειμενικούς λόγους, που αδρομερώς προαναφέρθηκαν.
Η κατάσταση στην ελληνική κοινωνία δεν είναι καλή και τα φαινόμενα προπηλακισμού και άσκησης βίας εναντίον βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου ορθώς ανησυχούν και πανικοβάλλουν τα κόμματα. Η λύση της καταστολής είναι πυροσβεστική και δεν λύνει το πρόβλημα της οργής και της βίας, για να μην πούμε ότι υπό προϋποθέσεις το επιτείνει, όπως επίσης δεν είναι λύση η ανάληψη πρωτοβουλιών όπως η αναγγελθείσα από τον κ. πρωθυπουργό για την αντιμετώπιση των φαινομένων βίας.
Η Ελλάδα, η Πατρίδα μας, αντιμετωπίζει ένα σοβαρότατο πρόβλημα, που δημιουργήθηκε με κύρια ευθύνη των πολιτικών. Μόνο που για να επιλυθεί το πρόβλημα αυτό δεν αρκεί η συμμετοχή και η συναίνεση των πολιτικών και των κομμάτων, αλλά απαιτείται η εθελούσια μαζική συμμετοχή των ίδιων των πολιτών και της κοινωνίας. Και για να γίνει αυτό, για να ξαναβρούμε εμείς οι Έλληνες τα χαρακτηριστικά της αυταπάρνησης και της φιλοπατρίας του Πόντιου που αρνήθηκε τη σύνταξη, θα πρέπει οι πολιτικοί να κάνουν την αυτοκριτική τους και να δώσουν ξεκάθαρα δείγματα των προθέσεών τους για τη στάση που θα ακολουθήσουν από τούδε και στο εξής. Με άλλα λόγια, πρέπει να μιλήσουν με ειλικρίνεια στον ελληνικό λαό και να του χτυπήσουν στο φιλότιμο, για να συμμετέχει σύσσωμος και με αυταπάρνηση στο δύσκολο έργο της ανασυγκρότησης της χώρας. Τότε θα έχει απαλειφθεί αυτόματα και το πρόβλημα των προπηλακισμών και της βίας εναντίον των πολιτικών.
Το ερώτημα είναι αν μπορούν, αν έχουν το πολιτικό, το ηθικό και το εθνικό ανάστημα να το πράξουν πολιτικοί που έχουν βεβαρημένο παρελθόν, που περιτριγυρίζονται από στρατιές ξένων περίεργων συμβούλων, εκείνοι που δεν χάνουν την ευκαιρία να δηλώνουν ανερυθρίαστα ότι είναι γνήσια και πειθαρχημένα τέκνα της παγκόσμιας διακυβέρνησης και που μέχρι χθες αντιμετώπιζαν με ένα είδος απέχθειας τις λέξεις Έλληνας, Έθνος και Πατρίδα.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, την Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011
http://infognomonpolitics.blogspot.com
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Αρχειοθήκη ιστολογίου
-
►
2010
(90)
- ► Σεπτεμβρίου (12)
- ► Δεκεμβρίου (2)
-
►
2011
(81)
- ► Φεβρουαρίου (3)
- ► Σεπτεμβρίου (15)
- ► Δεκεμβρίου (3)
-
►
2012
(53)
- ► Ιανουαρίου (2)
- ► Φεβρουαρίου (2)
- ► Σεπτεμβρίου (5)
- ► Δεκεμβρίου (4)
-
►
2013
(112)
- ► Ιανουαρίου (2)
- ► Φεβρουαρίου (3)
- ► Σεπτεμβρίου (27)
- ► Δεκεμβρίου (21)
-
►
2014
(180)
- ► Ιανουαρίου (11)
- ► Φεβρουαρίου (9)
- ► Σεπτεμβρίου (20)
- ► Δεκεμβρίου (26)
-
►
2015
(113)
- ► Ιανουαρίου (11)
- ► Φεβρουαρίου (18)
- ► Σεπτεμβρίου (5)
- ► Δεκεμβρίου (11)
-
►
2016
(124)
- ► Ιανουαρίου (15)
- ► Φεβρουαρίου (23)
- ► Σεπτεμβρίου (4)
- ► Δεκεμβρίου (2)
-
►
2017
(19)
- ► Ιανουαρίου (3)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
Πληροφορίες
- ΛΑΜΠΡΟΣ
- "Οι μεγάλοι άνθρωποι μιλούν για ιδέες. Οι μεσαίοι άνθρωποι μιλούν για γεγονότα. Οι μικροί άνθρωποι μιλούν για τους άλλους."