Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Η ρόδα του διαβόλου

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Μέσης ηλικίας, καλοδιατηρημένη, η πωλήτρια στον φούρνο φορούσε κατακόκκινα κερατάκια, όμως οι μαύρες σκέψεις που με κυνηγούσαν δεν με άφησαν να μοιραστώ την καταφανώς χριστουγεννιάτικη χαρά της. Διότι λίγο πριν περνώντας από το Σύνταγμα είχα δει τη ρόδα. Ηταν ακίνητη, αλλά ήταν εκεί. Μια σκέτη απειλή στην ψυχική μου ηρεμία, την αξιοπρέπειά μου, την, πώς να την πω, δις πατρική υπερηφάνειά μου. Το ομολογώ. Πάσχω από υψοφοβία. Σιχαίνομαι τα ύψη. Τα φοβάμαι περισσότερο κι από τον θάνατο. Θέλω να πω ότι δεν μπορώ με τίποτε να σκεφτώ την ενδεχόμενη, μακριά από μένα, αυτοχειρία μου πηδώντας από ψηλά. Θα αποτύχω, διότι θα φοβηθώ να πλησιάσω ώς το περβάζι ή το κάγκελο.
«Παππού, πότε θα με πας στη ρόδα;» φαντάστηκα τη φωνή του εγγονού μου και το μέλλον σκοτείνιασε. Δεν μας φτάνουν τα μνημόνια, τώρα έχουμε και τη ρόδα. Και επειδή δεν μπορώ να του το αρνηθώ, τι θα κάνω όταν βρεθώ εκεί ψηλά; Κολλημένος στο τοίχωμα, με τα μάτια κλειστά, κάτωχρος και με αρρυθμία, θα το τρομάξω το παιδί την ώρα που θα απολαμβάνει τη θέα, τα Δαρδανέλια από τη μία, το Σουέζ με λίγο από Πετραία Αραβία απ’ την άλλη. «Δες, παππού, πόσο μικρή είναι η μαμά εκεί κάτω!». Πού να σκύψω να δω; Ασε που στην Ελλάδα είμαστε και είσαι μάλλον βέβαιος πως μόλις το βαγονέτο σου φτάσει στην κορυφή θα γίνει διακοπή ηλεκτρικού. Ευτυχώς έχουν γεννήτρια. «Ναι, αλλά η γεννήτρια δεν λειτουργεί όταν έχει πάνω από τριάντα βαθμούς και μ’ αυτόν τον καύσωνα ξέρετε, μηχάνημα είναι κι αυτό. Εχει τις προδιαγραφές του». Ολα στη ζωή είναι ζήτημα προδιαγραφών και οι δικές μου δεν είναι για τα ύψη.
Παλεύοντας να γλιτώσω από το ενδεχόμενο ρεζίλεμα στα μάτια του εγγονού μου, το μυαλό μου, δουλεύοντας πυρετωδώς, ανέσυρε σκηνές κάπως πιο ένδοξες. Εκείνη την περίφημη στη ρόδα του Πράτερ, στη Βιέννη, όπου συναντιούνται επιτέλους οι δύο φίλοι, ο ένας, ο «κακός» Ορσον Ουέλς, και ο άλλος, ο «καλός» Τζόζεφ Κότεν. Μετά το τέλος του Β΄ Πολέμου ο Ουέλς πουλάει νοθευμένα φάρμακα και ο Κότεν, συγγραφέας επιτυχημένων ουέστερν, τον ψάχνει στη Βιέννη που κατέχουν οι σύμμαχοι. Εκεί ψηλά στη ρόδα, ο Ουέλς κάποια στιγμή ανοίγει την πόρτα του βαγονέτου, ακούγεται αέρας και λες τώρα θα τον γκρεμίσει τον άλλον στο κενό. Η συνέχεια επί της οθόνης. Προς το παρόν, αρκεστείτε στον τρόμο του ύφους και του κενού. Μιλάω, εννοείται, για τον «Τρίτο άνθρωπο» που έγραψε ο Γκράχαμ Γκριν και κινηματογράφησε ο Κάρολ Ριντ.
Σημειώνω ότι πέρασα κοντά δέκα χρόνια στο Παρίσι και ανέβηκα μία και μοναδική φορά στον πρώτο όροφο του Πύργου του Αϊφελ και όταν κατέβηκα ήπια δύο απανωτά ουίσκι για να συνέλθω. Το ίδιο και στο Empire State. Κι ένας από τους λόγους που, παρά τα προβλήματά της, συμπαθώ την Αθήνα είναι ότι δεν σε φέρνει σε δύσκολη θέση με τα ύψη. Ως την ημέρα που εμφανίστηκε εκείνη η ρόδα του διαβόλου στο Σύνταγμα κι έχασα τον ύπνο μου με την ιδέα και μόνον ότι μια μέρα ο εγγονός μου θα μου ζητήσει να ανέβουμε εκεί πάνω.
Και μη μου πείτε ότι ασχολούμαστε με τη ρόδα λες και έχουμε λύσει όλα μας τα προβλήματα. Οχι, αγαπητοί. Διότι η εγκατάσταση μιας ρόδας μπορεί να αλλάξει τη ζωή της πόλης. Μην ξεχνάμε ότι η πρώτη τεχνολογική επανάσταση ήταν ο τροχός. Και αν δεν τα καταφέραμε αυτή τη φορά, είμαι σίγουρος ότι η εφευρετικότητά μας και η ευφυΐα μας δεν θα το βάλουν κάτω. Και αν δεν τα καταφέρουμε με τη δεύτερη, θα είναι με την τρίτη.

http://www.kathimerini.gr

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Στην κατάθλιψη διαβάζω Πλάτωνα


ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Δ​​εν είμαι φιλόλογος, δεν είμαι αρχαιοελληνιστής, παρά τις σπουδές μου, δεν είμαι φιλόσοφος, δεν είμαι ιστορικός. Εκτός αυτού δεν πιστεύω στο δωδεκάθεο, ούτε στην κοινοκτημοσύνη των τέκνων. Δεν πιστεύω καν ότι ο καλύτερος άρχων για μια πολιτεία είναι ο φιλόσοφος.
Φαντάζομαι πως ο κόσμος θα είχε καταστραφεί αν είχαν αναλάβει τις τύχες του φιλόσοφοι όπως ο Νίτσε ή ο Μαρξ. Ή θα είχε πεθάνει από πλήξη αν τον είχε κυβερνήσει ο Καντ. Οφείλω, δε, να πω ότι αν είχε κυβερνήσει ο Πλάτων, η Αθήνα θα είχε στενάξει από τον απολυταρχικό του χαρακτήρα. Μάλλον το ήξερε και ο ίδιος και γι’ αυτό οχυρώθηκε στην Ακαδημία του. Να συμπληρώσω επίσης ότι έμαθα να αγαπάω το διάβασμα από μικρός με τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν, του Ντίκενς και αργότερα των Γάλλων και των Ρώσων κλασικών. Και των σύγχρονων Ελλήνων εννοείται, από τον Καζαντζάκη ώς τον Κοσμά Πολίτη και τον Τσίρκα, έτσι για να αναφέρω όσους ακόμη και σήμερα θεωρώ πως ξεχωρίζουν. Παραμένω ώς σήμερα αναγνώστης μυθιστορημάτων χωρίς εκπτώσεις και χωρίς παραχωρήσεις απέναντι στον συρμό που στρέφεται όλο και περισσότερο στο δοκίμιο.
Τότε γιατί η ανάγνωση του Πλάτωνος μου είναι απαραίτητη; Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν έχω μνήμη αποστήθισης και δεν μπορώ να απαγγέλλω χωρία ολόκληρα, όπως ξέρω ότι έκανε ο μακαρίτης Δεσποτόπουλος στους συγκρατουμένους του στη Μακρόνησο. Ούτε να εντυπωσιάζω την ομήγυρη με κάποια φράση από την αλληγορία του σπηλαίου στην Πολιτεία, μιαν απ’ αυτές που αντάλλαξε ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν με τον καθηγητή του στον «Κονφορμίστα» του Μπερτολούτσι. Μήπως αισθάνομαι την ανάγκη να διαβάσω και να ξαναδιαβάσω Πλάτωνα –και όχι μόνον Πλάτωνα εννοείται, απλώς είναι ο κορυφαίος– από κάποιου είδους πολιτισμική υποχρέωση; Μπορεί. Κάπου στο βάθος αυτό το αντανακλαστικό που μου το πέρασαν στα σχολικά θρανία, αλλά και αργότερα στο πανεπιστήμιο, είναι ακόμη ενεργό. Είναι ένα βαθύ αντανακλαστικό του πολιτισμού μας: το κλασικό οφείλεις να το εκτιμάς ακόμη κι αν σε καταπιέζει.
Και η αρχαία γραμματεία με καταπίεσε αρκούντως στα σχολικά μου χρόνια. Είχα την τύχη να έχω καλούς δασκάλους, όπως τον νυν εκδότη Στέφανο Πατάκη και τον μακαρίτη Κρίτωνα Πανηγύρη, όμως παρά τις προσπάθειές τους και την αγάπη που έδειχναν στο μάθημα, εμείς οι έφηβοι δεν μπορούσαμε να ξεχάσουμε πως η αρχαιότητα ήταν μέρος του τρίπτυχου Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Την ζημιά που έκανε η δικτατορία στη σχέση μας με την αρχαιότητα την πληρώνουμε ακόμη και σήμερα.
Την Ελλάδα έμαθα να την αγαπάω στο Παρίσι όπου, παρ’ ότι σπούδαζα σύγχρονη λογοτεχνία, οι αναφορές στη λατινική και στην ελληνική αρχαιότητα ήσαν συνεχείς. Ηταν παρούσα ακόμη και στη διανοούμενη πρωτοπορία της εποχής. Θυμάμαι τον Ζαν-Φρανσουά Λιοτάρ, αυτόν που επινόησε τον όρο «μετανεωτερικό» να λέει: «Προσπαθούμε να σκεφτούμε πέρα από τους Ελληνες, όμως πέρα από τους Ελληνες ενδέχεται να μην υπάρχει σκέψη». Είχε γράψει για τον Μαρξ και τον Φρόιντ και επί δύο χρόνια το σεμινάριό του στο πανεπιστήμιο ήταν αφιερωμένο στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη.
Κλασικός, εκ του λατινικού classicus. Ο,τι ξεχωρίζει με την καθαρότητά του – μια σκέψη, ένα κείμενο, μια εικόνα. Classici ήσαν οι πολίτες της πρώτης κοινωνικής τάξης σε κάποιο από τα συντάγματα της Ρώμης. Classis λεγόταν και η παράταξη που σχηματιζόταν μετά το παράγγελμα στις λεγεώνες, η καλά οργανωμένη σύνταξη. Σε έναν κόσμο που δεν αποδέχεται ούτε τα πρότυπα, ούτε τις ιεραρχίες το κλασικό μοιάζει να μην έχει λόγο ύπαρξης. Παρωχημένο, ξεπερασμένο, αποδεχόμαστε μόνον την ύπαρξή του από ιστορική αδράνεια. Τον Παρθενώνα οφείλουμε να τον συντηρούμε. Γιατί; Γιατί είναι κλασικός. Και τι σημαίνει κλασικός; Σημαίνει, όπως λέει ο Ιταλο Καλβίνο στο «Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς», ένα βιβλίο που όλοι θέλουν να έχουν στη βιβλιοθήκη τους αλλά κανείς δεν θέλει να διαβάσει.
Κλασικό, ένα έργο που το προσδόκιμό του δεν ταυτίζεται με τα χρονικά όρια της εποχής του. Ανήκει όμως στους ανθρώπους. Είναι το μεγάλο σύνορο ανάμεσα στον δυτικό πολιτισμό και στο ισλάμ. Η κατάργηση της έννοιας του κλασικού σημαίνει μία ακόμη ήττα του δυτικού πολιτισμού απέναντι στις θεοκρατίες που αναγνωρίζουν ως μόνον χρόνο της αιωνιότητας, τον χρόνο του θεού τους.
Γιατί όμως στην κατάθλιψη διαβάζω Πλάτωνα; Γιατί μου προσφέρει την καθαρότητα του βλέμματος που μου στερεί η θολούρα της ζωής μου. Ο Κρίτων που παροτρύνει τον Σωκράτη να μην πιει το κώνειο για να μην τον χάσει. Ενα γεροντάκι στα εβδομήντα του που φοβάται τη μοναξιά. Κι ο άλλος, φίλος μιας ολόκληρης ζωής, του απαντάει ότι αν δραπετεύσει θα γελάνε μαζί του, γιατί διέσυρε ό,τι τους έλεγε όσο ζούσε. Αξιοπρέπεια; Ισως και κάτι παραπάνω: η στιβαρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης σε λέξεις που αντέχουν σαν να τις χάραξαν στο μάρμαρο. Κάποιος μπήκε στον κόπο να τις γράψει λες και ήξερε πως θα τις διαβάζαμε εμείς απ’ την άλλη άκρη του χρόνου. Και πώς το αίσθημα γίνεται ακόμη εντονότερο όταν αναγνωρίζεις στις λέξεις αυτές τη δική σου γλώσσα; Δεν χρειάζεται να πιστεύεις στην αθανασία της ψυχής για να συγκινηθείς από τον Σωκράτη του Φαίδωνα. Αρκεί να ακούσεις τη φωνή του και να αισθανθείς ότι η ανθρώπινη συνθήκη δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με την απουσία προοπτικής του σήμερα.
Επειδή σας έχω κουράσει επιχειρηματολογώντας υπέρ της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, είπα σήμερα να γράψω κάτι πιο προσωπικό, για να δείξω πως αυτοί οι άνθρωποι που μας μιλούν από την άλλη άκρη του χρόνου δεν αξίζουν μόνον επειδή υπηρετούν μια πολιτισμική ευπρέπεια. Εχουν και ένα υπαρξιακό αντίκρισμα το οποίο, αν το χάσουμε, θα αφεθούμε στη συλλογική μας κατάθλιψη.

http://www.kathimerini.gr

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Παιδικά όνειρα

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Αν έλεγε ο Τζορτζ Μπους ο Β΄, για παράδειγμα, ή ο Βλαντιμίρ Πούτιν ότι το παιδικό του όνειρο ήταν ν’ ανέβει προσκυνητής στην Ακρόπολη, οι πιθανότητες να τον πιστέψουμε δεν θα ήταν πολλές. Πρώτα θα σκεφτόμασταν ότι πρόκειται για εθιμοτυπική κολακεία κι ύστερα οτιδήποτε άλλο· κι αυτό ανεξάρτητα από την παιδεία ενός εκάστου. Κι αν το έλεγε ο Ντόναλντ Τραμπ, μάλλον θα μας έρχονταν στη μνήμη οι δηλώσεις που διαδόθηκε πως είχε κάνει ο θηριώδης μπασκετμπολίστας Σακίλ Ο’ Νιλ επιστρέφοντας στην πατρίδα του, έπειτα από ένα διαφημιστικό ταξίδι στην Ελλάδα: «Ακρόπολη; Οχι, σε κλαμπ με τέτοιο όνομα δεν με πήγαν».

Το πλεονέκτημα του Μπαράκ Ομπάμα, το επικοινωνιακό του χάρισμα, όπως λένε, είναι ότι γίνεται πιστευτός είτε για το χρέος και το προσφυγικό μιλάει είτε για τον Αισχύλο και τον Θουκυδίδη, για τον Λεωνίδα τον Ρόδιο και τον Μάικλ Φελπς ή για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, που τα τελευταία χρόνια αποτελεί τον σπουδαιότερο ίσως πρέσβη της Ελλάδας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με τις παλάμες τού «Greek Freak» είχε συγκρίνει άλλωστε τις δικές του ο Ομπάμα, στο Μιλγουόκι, για να αποδεχθεί στο τέλος κατάπληκτος την ήττα του. Οταν λέω «γίνεται πιστευτός», εννοώ πως τα λεγόμενά του, το ύφος, το βλέμμα του, πείθουν ότι όποια κι αν ήταν η συνδρομή συμβούλων και κειμενογράφων, γνωρίζοντας πόση βαρύτητα προσδίδει το αξίωμά του στον λόγο του στρώνεται και διαβάζει· για να πρωτομάθει κάποια πράγματα ή για να φρεσκάρει τις γνώσεις του. Δεν το κάνουν πολλοί.

Θα πρέπει, πάντως, να θεωρήσουμε βέβαιο ότι το παιδικό όνειρο του Ομπάμα δεν αφορούσε μια Ακρόπολη κλειστή και περιφρουρημένη μέσα σε μια Αθήνα επίσης αστυνομοκρατούμενη και πρακτοροκρατούμενη, ακυρωμένη δηλαδή, με τον δήμο της εκτοπισμένο επί διήμερο από την ίδια του την πόλη. Μάλλον θα προτιμούσε να περπατήσει σε όλον τον χώρο ελεύθερος, άσημος, ένας απ’ όλους. Και να συναντηθεί στον βράχο όχι φυσικά με φιλοπερίεργους επικούρειους και στωικούς φιλοσόφους, όπως ο Παύλος κάποτε, αλλά με τυχαίους Αθηναίους. Με πολίτες δηλαδή, όχι με κουμπωμένους επίσημους ή με «την αθηναϊκή αφρόκρεμα» που μας είπαν τα κανάλια ότι βρέθηκε στο Ιδρυμα «Σταύρος Νιάρχος». Θα έπιανε λοιπόν πρόθυμα κουβέντα μαζί τους και για την Ελλάδα και για την παγκοσμιοποίηση και για τη δημοκρατία, με το δεδομένο ότι, όπως είπε στην ομιλία του, κρίνει τον τίτλο «πολίτης» σπουδαιότερο από κάθε άλλον. Ισως τότε ένιωθε βαθύτερα τι σημαίνει «φιλοξενία», «φιλότιμο» και «δήμος».

Οι λέξεις αυτές υπήρξαν κάποια από τα κλειδιά της ομιλίας του Μπαράκ Ομπάμα. Και μαζί τους οι έννοιες «λογοδοσία» και «δικαιοσύνη», σαν τα ονόματα των φαρμάκων που ίσως ανανέωναν και ενίσχυαν τη συνεχώς συρρικνούμενη δημοκρατία. Η οκταετής εξουσία του όμως, η οποία ακύρωσε πολλές εξαγγελίες του, θα τον δίδαξε ότι ένας τέτοιος κόσμος είναι ανέφικτος. Εξ ου και ο μελαγχολικός τόνος του αποχαιρετιστήριου λόγου του.

 http://www.kathimerini.gr

Γιατί γιορτάζουμε το Πολυτεχνείο;

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Οι περισσότεροι εκ των πανηγυριστών των ημερών υποθέτω ότι θεωρούν πως στο Πολυτεχνείο εορτάζεται η πτώση της χούντας. Κρίνοντας από τα συμφραζόμενα τουλάχιστον, από το περίφημο σύνθημα των «Αγανακτισμένων», κατά το οποίο «η χούντα δεν έπεσε το ’73». Είναι γεγονός. Η χούντα δεν έπεσε το ’73, το Πολυτεχνείο οδήγησε στην ανατροπή του Παπαδόπουλου και στη σκλήρυνση του καθεστώτος από τον Ιωαννίδη με συνέπεια την κυπριακή τραγωδία και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Τη χούντα την έριξαν οι καταστάσεις που η ίδια δημιούργησε και δεν είχε τη δύναμη ούτε το μυαλό να τις διαχειρισθεί. Δεν την έριξε καμιά λαϊκή εξέγερση. Το συμπέρασμα είναι ότι οι περισσότεροι στο Πολυτεχνείο γιορτάζουν χωρίς να ξέρουν τι γιορτάζουν.
Ποιοι και πόσοι συμμετείχαν στο Πολυτεχνείο; Σύμφωνα με τις δηλώσεις, πρέπει να συμμετείχαν γύρω στα έντεκα εκατομμύρια Ελληνες, μαζί με τη Μαρία Δαμανάκη έντεκα εκατομμύρια και ένας. Είναι το δεύτερο στοιχείο που στηρίζει τον μύθο του Πολυτεχνείου και, μέσω αυτού, τον μύθο της αντίστασης κατά της χούντας. Οσοι μιλούν για «παλλαϊκή» αντίσταση κατά της δικτατορίας, φέρνουν ως παράδειγμα το Πολυτεχνείο. Ιδρώσαμε να συμφωνήσουμε στον αριθμό των θυμάτων, δεν θα μάθουμε ποτέ όμως πόσοι, έστω περίπου, συμμετείχαν. Για τον απλούστατο λόγο ότι για τη γενιά μου θεωρείται τουλάχιστον απρεπές να μην έχεις συμμετάσχει στο Πολυτεχνείο.
Σε τι ωφελεί ο εορτασμός; Κατ’ αρχάς στην εκποίηση της ιδεολογικής πραμάτειας από τους μικροπωλητές των οργανώσεων που στήνουν την κουρελαρία τους στα κάγκελα. Η αυξημένη κίνηση ωφελεί και τους Αφρικανούς που πωλούν λαθραία τσιγάρα στη Στουρνάρη. Ωφελεί και τις φυλές των Εξαρχείων, που έχουν την ευκαιρία να σπάσουν και να κάψουν – ένα μικρό bonus στο μεροκάματό τους. Ωφελεί, τέλος, τον κ. Βούτση, ο οποίος δήλωσε χθες ότι σήμερα που η Δημοκρατία ταλαιπωρείται ανά τον κόσμο το μήνυμα του Πολυτεχνείου είναι περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ. Το μήνυμα είναι τόσο δημοκρατικό ώστε πήγε να καταθέσει στεφάνι στην κεφαλή του ιστορικού Σβορώνου οκτώ η ώρα το πρωί, ώστε να μην έχουν ξυπνήσει οι μπαχαλάκηδες από το γλέντι με τα κοκτέιλ μολότοφ της παραμονής. Σημειωτέον ότι ο Σβορώνος, σημαντικός διανοητής, δεν είχε καμία σχέση με το Πολυτεχνείο, χάρη όμως στον γλύπτη Μέμο Μακρή αυτόν σκεπάζουν με στεφάνια.
Ο εορτασμός του Πολυτεχνείου είναι ένα από τα μεταπολιτευτικά ταμπού. Ενα στερεότυπο της ενιαίας σκέψης που μεγεθύνει τις αληθινές του διαστάσεις. Ούτε η πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία προσφέρει κάτι στη μνήμη της δημοκρατίας, ούτε η απομίμηση της παρέλασης με τη σημαία, ούτε τα συνθήματα που δεν έχουν καμία σχέση με τον κόσμο του 2016. Ενας φόρος τιμής στους νεκρούς των ημερών εκείνων θα ταίριαζε πολύ περισσότερο στην περίσταση. Ει δυνατόν, σιωπηρός. Τα υπόλοιπα ενισχύουν τα σύνδρομα μιας κοινωνίας η οποία, απογοητευμένη από τον εαυτό της, αντί να καλλιεργεί τη μνήμη της, την αποθεώνει. Μιας κοινωνίας γερασμένης.

 http://www.kathimerini.gr/

TO POLYTEXNEIO "ZEI"


http://lh3.googleusercontent.com/OWklZs6LXmwlQj2U6Vh3IXaoMT6YpoqmYmwqGV3ZD013NWYUSAcgYErCtuxtBLngKzqtF8uH3AZVKfWQ9ImVXg=s0

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Πληροφορίες

"Οι μεγάλοι άνθρωποι μιλούν για ιδέες. Οι μεσαίοι άνθρωποι μιλούν για γεγονότα. Οι μικροί άνθρωποι μιλούν για τους άλλους."