Οδυσσέας Ελύτης : Προσανατολισμοί
I
Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι
Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι
Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.
II
Παιχνίδια τα νερά
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας -
Και τ' αγριοπερίστερα ήχο
Δονούνε στη σπηλιά τους
Ξύπνημα γαλανό μες στην πηγή
Της μέρας
Ήλιος -
Δίνει ο μαΐστρος το πανί
Στη θάλασσα
Τα χάδια των μαλλιών
Στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
Δροσιά-
Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ' αγνάντεμα
Ζωή -
III
Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη του άμμο — Έρωτας
Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος
Δίνει στον ορίζοντα
Κύματα φεύγουν έρχονται
Αφρισμένη απόκριση στ' αυτιά των κοχυλιών
Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη;
Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
Γέρνει πανί του ονείρου
Μακριά
Έρωτας την υπόσχεση του μουρμουρίζει — Φλοίσβος.
IOANNIS LAMBROU BLOGSPOT - ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΛΑΜΠΡΟΥ culture, civilization - κουλτούρα, πολιτισμός
Σάββατο 31 Ιουλίου 2010
Κυριακή 25 Ιουλίου 2010
Οι θανατεροί καρποί της μειονεξίας
Tου Χρηστου Γιανναρα
«Κλασική Ελλάδα: Εκεί γεννήθηκε ο δυτικός πολιτισμός». Αυτή η φράση διαφήμιζε, για κάποιες μέρες, τον δεύτερο τόμο μιας «Ελληνικής Ιστορίας». Αλλά το κυρίως διαφημιζόμενο ήταν ο ελλαδικός επαρχιωτισμός. Με τη συνεπόμενη (συμπλεγματική) διαστρέβλωση της Ιστορίας.
Για τη λογική του διαφημιστικού συνθήματος η κυρίως αξία και σπουδαιότητα της Κλασικής Ελλάδας είναι ότι «γέννησε» τον δυτικό πολιτισμό. Που σημαίνει: αυτό που μας γυαλίζει, στους επιγόνους, (χάντρες και καθρεφτάκια) το κάνουμε κριτήριο για την αποτίμηση του ιστορικού παρελθόντος, αλλά και για τη συγκριτική αξιολόγηση των πολιτισμών. Θα άξιζε τον κόπο να ξέραμε, τι γνώσεις έχει για την Κλασική Ελλάδα ο «ευρηματικός» διαφημιστής που σκαρφίστηκε το συγκεκριμένο σύνθημα. Τι βιβλία διάβασε, τι πληροφορίες έχει για τις απόπειρες πρόσληψης της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς από τη βαρβαρική τότε Δύση, στον σκοτεινό της Μεσαίωνα. Να μας εξηγούσε ο διαφημιστής, τι θεωρεί πανανθρώπινα σημαντικό από τη δυτική κατανόηση και αξιοποίηση της Κλασικής Ελλάδας.
Το πιθανότερο που μπορεί να συνέβη: Ο ευρηματικός διαφημιστής να είναι εν πολλοίς και με καύχηση ανιστόρητος. Να διέβλεψε όμως οξυδερκέστατα ότι η μεγάλη μάζα του ελλαδικού πληθυσμού σήμερα αποκλείεται να ενδιαφερθεί (δεν δίνει δεκάρα) για το τι κατορθώθηκε στην Κλασική Ελλάδα. Και μοναδική δυνατότητα να προκληθεί περιέργεια και να αγοραστεί ο τόμος, θα ήταν να συνδέσει η διαφήμιση κάπως, στο υποσυνείδητο του αποχαυνωμένου ελλαδίτη καταναλωτή, τους «προγόνους» του με την πρώτη ιδέα για μια πόρσε-καγιέν ή για ένα άι-παντ.
Βέβαια, το παραμύθι ότι «εμείς δώσαμε τα φώτα στους Ευρωπαίους», δεν είναι τωρινό. Το πιστεύουν ακράδαντα, εκατόν ογδόντα χρόνια τώρα, οι ενιακόσιοι ενενήντα εννέα στους χίλιους Ελλαδίτες - από τότε που η θεωρία του Κοραή για τη «μετακένωση» έγινε επίσημη και κυρίαρχη κρατική ιδεολογία στο απελευθερωμένο κομμάτι του Ελληνισμού. Ο Κοραϊσμός παγίωσε στους άλλοτε Ελληνες την ανήκεστη μειονεξία του βαλκάνιου Ελλαδίτη επαρχιώτη: Κέντρο της Ιστορίας και του πολιτισμού είναι η Δύση, πρωτεύουσες των «φώτων» το Παρίσι, η Λόντρα, το Βερολίνο, η Βιέννη, η Χαϊδελβέργη, το Μόναχο, σήμερα και κάποια μεγάλα πανεπιστημιακά και τεχνολογικά κέντρα στις ΗΠΑ.
Μέσα σε αυτόν τον εκθαμβωτικό κόσμο «των πεφωτισμένων και λελαμπρυσμένων της Εσπερίας εθνών» η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι παρά μόνο μια καθυστερημένη επαρχία, «ψωροκώσταινα» στον αυτεξευτελισμό της μειονεξίας της. Δικό της δεν έχει τίποτα που να αξίζει, το μόνο που έχει αξία είναι ό,τι παράγεται στη Δύση - γενιές ολόκληρες Ελλαδιτών έμαθαν να εκτιμούν μόνο ό,τι ήταν «εφάμιλλον των ευρωπαϊκών». Ακόμα και τη γλώσσα των άλλοτε Ελλήνων πάψαμε να τη διδάσκουμε στα σχολειά, και στο ερώτημα: γιατί ο Παρθενώνας είναι σπουδαιότερο έργο Τέχνης από τον Πύργο του Αϊφελ, ούτε ένας στους χίλιους Ελλαδίτες δεν έχει απάντηση. Γιατί να μας ενδιαφέρει η Κλασική Ελλάδα; Ο,τι είχε να προσφέρει, το αξιοποίησε η Δύση, στη Δύση πρέπει να προλάβουμε να μοιάσουμε «να κόψουμε δρόμο» για να μετάσχουμε στα ηδονικά αγαθά της.
Εκατόν ογδόντα χρόνια παλεύουμε να γίνουμε «Ευρωπαίοι» και τελικά ούτε Ευρωπαίοι είμαστε ούτε πια Ελληνες, αλλά ένα μπάσταρδο είδος τεταρτοκοσμικής υπανάπτυξης. Θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί αλλιώς τα πράγματα; Ναι, αν είχε έγκαιρα πολεμηθεί η μειονεξία. Οχι με ρητορικές υπεραναπληρώσεις και εθνικιστικά φούμαρα, αλλά με τις αυτονόητες πρακτικές που πρόλαβε να εφαρμόσει (όσο πρόλαβε) ο εκτός ελλαδικού κράτους Ελληνισμός: ο αιγυπτιώτης, ο μικρασιατικός, ο κωνσταντινουπολίτικος, της Οδησσού, της Τραπεζούντας. Ελληνες στη γλώσσα, στην εκπληκτική τους παιδεία και στην ιστορική τους συνείδηση, με ταυτόχρονη οργανική πρόσληψη του επικαιρικού πολιτισμού της Δύσης και κοσμοπολίτικη άνεση. Φορούσαν το φράκο ή τη μακριά τουαλέτα στον εξωελλαδικό Ελληνισμό και ήταν άρχοντες, τα φορούσαν οι Ελλαδίτες και ήταν καραγκιόζηδες. Τη διαφορά την κάνει η ταυτότητα: Οταν είσαι κάποιος, πατάς στέρεα σε ιστορική συνείδηση και έμπρακτη μετοχή σε παράδοση πολιτισμού, προσλαμβάνεις ό,τι θέλεις και το κάνεις υπηρετικό των αναγκών σου. Δεν υποτάσσεις τις ανάγκες σου στο πρόσλημμα για να φανείς τάχα πρωτευουσιάνος και εσύ, ο κωμικός μίμος του φανταχτερού που σε θαμπώνει.
Σήμερα πια δεν έχει κανένα νόημα να εξηγήσεις στον επινοητικό διαφημιστή ότι η μεταρωμαϊκή Δύση, που κυριαρχεί πολιτιστικά (και όχι μόνο) σε ολόκληρο τον πλανήτη, γεννήθηκε στους σκοτεινούς μεσαιωνικούς δρυμούς και όχι στην Κλασική Ελλάδα. Στα μέσα του 12ου αιώνα άρχισε να πρωτοσυλλαβίζει σε λατινική μετάφραση (από τα αραβικά) τον Αριστοτέλη αναποδογυρίζοντας τους όρους κατανόησής του. Την ταύτιση του «αληθεύειν» με το «κοινωνείν» τη διέστρεψαν σε πρωτογονισμό ατομοκεντρικής νοησιαρχίας. Το «μεγαλόψυχον» της ελευθερίας το υπέταξαν στην απόλυτη προτεραιότητα του «χρησίμου» που οι Ελληνες το λογάριαζαν βαρβαρότητα. Την πολιτική, από «κοινόν άθλημα» να αληθεύει ο βίος, την αλλοτρίωσαν σε μηχανισμούς θωράκισης ατομοκεντρικών «δικαιωμάτων». Τη μεταφυσική αναζήτηση «νοήματος» της ύπαρξης και της βιοτής τη διαστρέβλωσαν σε επίσης ατομοκεντρική θρησκεία νομικίστικου ηθικισμού και ψυχολογικής αστυνόμευσης.
Να αναλύσει κανείς τέτοιες καισαρικές διαφορές Ελλάδας και Δύσης στον σημερινό Ελλαδίτη, είναι σαν να του μιλάει κινέζικα. Η επίγνωση της διαφοράς, της ενεργητικής ετερότητας, έχει χαθεί, που σημαίνει ότι ο Ελληνισμός ιστορικά έχει τελειώσει. Νομίζουμε ότι περνάμε κρίση οικονομική, δεν μπορούμε ούτε θέλουμε να δούμε ότι ξεπεράσαμε το κρίσιμο όριο αλλοτρίωσής μας. Η ιστορική εξαφάνιση δεν τεκμηριώνεται μόνο με μετονομασίες. Ονομάζουμε ακόμα «Αττική» ή «βόρεια ακτή της Κρήτης» περιοχές ελληνικής γης που τις καταστρέψαμε ολοκληρωτικά και ανεπανόρθωτα - δεν υπάρχουν πια. Τη γλώσσα που κουτσομιλάει ο πρωθυπουργός μας τη λέμε ακόμα «ελληνικά». Το στυγνό πολίτευμά μας, της κομματοκρατίας, το ονομάζουμε ακόμα «δημοκρατία». Τους εγκληματίες αυτουργούς του σκοταδισμού τους λέμε ακόμα «υπουργούς Παιδείας» - και πάει λέγοντας.
Λογικά, θα μπορούσε να αντιπαλέψει το συντελεσμένο ιστορικό μας τέλος ένας ιδιοφυής κοινωνικός αναμορφωτής (όχι ένα κοίτασμα πετρελαίου ή μια φλέβα χρυσού). Αλλά κοινωνικοί αναμορφωτές δεν εμφανίζονται κατά παραγγελίαν. Να συνεχίσουμε να βλέπουμε σε κάθε σπιθαμιαία μετριότητα της επαγγελματικής πολιτικής έναν πιθανό μεσσία και σωτήρα, είναι πια «τέλη επαίσχυντα».
(Γκροτέσκα εικονογράφηση του ιστορικού μας ψυχορραγήματος: η απόφαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης να στηρίξει εκλογικά, για δεύτερη τετραετία, τον πιο αδιάντροπα αποτυχημένο δήμαρχο που γνώρισε ποτέ η Αθήνα μετά την κυρία Ντόρα Μητσοτάκη. Τέσσερα χρόνια ανύπαρκτος ως δήμαρχος, έχει ο οιηματίας τα προσόντα και για υπουργός Εξωτερικών στο Ελλαδιστάν, γιατί όχι;)
Tου Χρηστου Γιανναρα
«Κλασική Ελλάδα: Εκεί γεννήθηκε ο δυτικός πολιτισμός». Αυτή η φράση διαφήμιζε, για κάποιες μέρες, τον δεύτερο τόμο μιας «Ελληνικής Ιστορίας». Αλλά το κυρίως διαφημιζόμενο ήταν ο ελλαδικός επαρχιωτισμός. Με τη συνεπόμενη (συμπλεγματική) διαστρέβλωση της Ιστορίας.
Για τη λογική του διαφημιστικού συνθήματος η κυρίως αξία και σπουδαιότητα της Κλασικής Ελλάδας είναι ότι «γέννησε» τον δυτικό πολιτισμό. Που σημαίνει: αυτό που μας γυαλίζει, στους επιγόνους, (χάντρες και καθρεφτάκια) το κάνουμε κριτήριο για την αποτίμηση του ιστορικού παρελθόντος, αλλά και για τη συγκριτική αξιολόγηση των πολιτισμών. Θα άξιζε τον κόπο να ξέραμε, τι γνώσεις έχει για την Κλασική Ελλάδα ο «ευρηματικός» διαφημιστής που σκαρφίστηκε το συγκεκριμένο σύνθημα. Τι βιβλία διάβασε, τι πληροφορίες έχει για τις απόπειρες πρόσληψης της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς από τη βαρβαρική τότε Δύση, στον σκοτεινό της Μεσαίωνα. Να μας εξηγούσε ο διαφημιστής, τι θεωρεί πανανθρώπινα σημαντικό από τη δυτική κατανόηση και αξιοποίηση της Κλασικής Ελλάδας.
Το πιθανότερο που μπορεί να συνέβη: Ο ευρηματικός διαφημιστής να είναι εν πολλοίς και με καύχηση ανιστόρητος. Να διέβλεψε όμως οξυδερκέστατα ότι η μεγάλη μάζα του ελλαδικού πληθυσμού σήμερα αποκλείεται να ενδιαφερθεί (δεν δίνει δεκάρα) για το τι κατορθώθηκε στην Κλασική Ελλάδα. Και μοναδική δυνατότητα να προκληθεί περιέργεια και να αγοραστεί ο τόμος, θα ήταν να συνδέσει η διαφήμιση κάπως, στο υποσυνείδητο του αποχαυνωμένου ελλαδίτη καταναλωτή, τους «προγόνους» του με την πρώτη ιδέα για μια πόρσε-καγιέν ή για ένα άι-παντ.
Βέβαια, το παραμύθι ότι «εμείς δώσαμε τα φώτα στους Ευρωπαίους», δεν είναι τωρινό. Το πιστεύουν ακράδαντα, εκατόν ογδόντα χρόνια τώρα, οι ενιακόσιοι ενενήντα εννέα στους χίλιους Ελλαδίτες - από τότε που η θεωρία του Κοραή για τη «μετακένωση» έγινε επίσημη και κυρίαρχη κρατική ιδεολογία στο απελευθερωμένο κομμάτι του Ελληνισμού. Ο Κοραϊσμός παγίωσε στους άλλοτε Ελληνες την ανήκεστη μειονεξία του βαλκάνιου Ελλαδίτη επαρχιώτη: Κέντρο της Ιστορίας και του πολιτισμού είναι η Δύση, πρωτεύουσες των «φώτων» το Παρίσι, η Λόντρα, το Βερολίνο, η Βιέννη, η Χαϊδελβέργη, το Μόναχο, σήμερα και κάποια μεγάλα πανεπιστημιακά και τεχνολογικά κέντρα στις ΗΠΑ.
Μέσα σε αυτόν τον εκθαμβωτικό κόσμο «των πεφωτισμένων και λελαμπρυσμένων της Εσπερίας εθνών» η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι παρά μόνο μια καθυστερημένη επαρχία, «ψωροκώσταινα» στον αυτεξευτελισμό της μειονεξίας της. Δικό της δεν έχει τίποτα που να αξίζει, το μόνο που έχει αξία είναι ό,τι παράγεται στη Δύση - γενιές ολόκληρες Ελλαδιτών έμαθαν να εκτιμούν μόνο ό,τι ήταν «εφάμιλλον των ευρωπαϊκών». Ακόμα και τη γλώσσα των άλλοτε Ελλήνων πάψαμε να τη διδάσκουμε στα σχολειά, και στο ερώτημα: γιατί ο Παρθενώνας είναι σπουδαιότερο έργο Τέχνης από τον Πύργο του Αϊφελ, ούτε ένας στους χίλιους Ελλαδίτες δεν έχει απάντηση. Γιατί να μας ενδιαφέρει η Κλασική Ελλάδα; Ο,τι είχε να προσφέρει, το αξιοποίησε η Δύση, στη Δύση πρέπει να προλάβουμε να μοιάσουμε «να κόψουμε δρόμο» για να μετάσχουμε στα ηδονικά αγαθά της.
Εκατόν ογδόντα χρόνια παλεύουμε να γίνουμε «Ευρωπαίοι» και τελικά ούτε Ευρωπαίοι είμαστε ούτε πια Ελληνες, αλλά ένα μπάσταρδο είδος τεταρτοκοσμικής υπανάπτυξης. Θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί αλλιώς τα πράγματα; Ναι, αν είχε έγκαιρα πολεμηθεί η μειονεξία. Οχι με ρητορικές υπεραναπληρώσεις και εθνικιστικά φούμαρα, αλλά με τις αυτονόητες πρακτικές που πρόλαβε να εφαρμόσει (όσο πρόλαβε) ο εκτός ελλαδικού κράτους Ελληνισμός: ο αιγυπτιώτης, ο μικρασιατικός, ο κωνσταντινουπολίτικος, της Οδησσού, της Τραπεζούντας. Ελληνες στη γλώσσα, στην εκπληκτική τους παιδεία και στην ιστορική τους συνείδηση, με ταυτόχρονη οργανική πρόσληψη του επικαιρικού πολιτισμού της Δύσης και κοσμοπολίτικη άνεση. Φορούσαν το φράκο ή τη μακριά τουαλέτα στον εξωελλαδικό Ελληνισμό και ήταν άρχοντες, τα φορούσαν οι Ελλαδίτες και ήταν καραγκιόζηδες. Τη διαφορά την κάνει η ταυτότητα: Οταν είσαι κάποιος, πατάς στέρεα σε ιστορική συνείδηση και έμπρακτη μετοχή σε παράδοση πολιτισμού, προσλαμβάνεις ό,τι θέλεις και το κάνεις υπηρετικό των αναγκών σου. Δεν υποτάσσεις τις ανάγκες σου στο πρόσλημμα για να φανείς τάχα πρωτευουσιάνος και εσύ, ο κωμικός μίμος του φανταχτερού που σε θαμπώνει.
Σήμερα πια δεν έχει κανένα νόημα να εξηγήσεις στον επινοητικό διαφημιστή ότι η μεταρωμαϊκή Δύση, που κυριαρχεί πολιτιστικά (και όχι μόνο) σε ολόκληρο τον πλανήτη, γεννήθηκε στους σκοτεινούς μεσαιωνικούς δρυμούς και όχι στην Κλασική Ελλάδα. Στα μέσα του 12ου αιώνα άρχισε να πρωτοσυλλαβίζει σε λατινική μετάφραση (από τα αραβικά) τον Αριστοτέλη αναποδογυρίζοντας τους όρους κατανόησής του. Την ταύτιση του «αληθεύειν» με το «κοινωνείν» τη διέστρεψαν σε πρωτογονισμό ατομοκεντρικής νοησιαρχίας. Το «μεγαλόψυχον» της ελευθερίας το υπέταξαν στην απόλυτη προτεραιότητα του «χρησίμου» που οι Ελληνες το λογάριαζαν βαρβαρότητα. Την πολιτική, από «κοινόν άθλημα» να αληθεύει ο βίος, την αλλοτρίωσαν σε μηχανισμούς θωράκισης ατομοκεντρικών «δικαιωμάτων». Τη μεταφυσική αναζήτηση «νοήματος» της ύπαρξης και της βιοτής τη διαστρέβλωσαν σε επίσης ατομοκεντρική θρησκεία νομικίστικου ηθικισμού και ψυχολογικής αστυνόμευσης.
Να αναλύσει κανείς τέτοιες καισαρικές διαφορές Ελλάδας και Δύσης στον σημερινό Ελλαδίτη, είναι σαν να του μιλάει κινέζικα. Η επίγνωση της διαφοράς, της ενεργητικής ετερότητας, έχει χαθεί, που σημαίνει ότι ο Ελληνισμός ιστορικά έχει τελειώσει. Νομίζουμε ότι περνάμε κρίση οικονομική, δεν μπορούμε ούτε θέλουμε να δούμε ότι ξεπεράσαμε το κρίσιμο όριο αλλοτρίωσής μας. Η ιστορική εξαφάνιση δεν τεκμηριώνεται μόνο με μετονομασίες. Ονομάζουμε ακόμα «Αττική» ή «βόρεια ακτή της Κρήτης» περιοχές ελληνικής γης που τις καταστρέψαμε ολοκληρωτικά και ανεπανόρθωτα - δεν υπάρχουν πια. Τη γλώσσα που κουτσομιλάει ο πρωθυπουργός μας τη λέμε ακόμα «ελληνικά». Το στυγνό πολίτευμά μας, της κομματοκρατίας, το ονομάζουμε ακόμα «δημοκρατία». Τους εγκληματίες αυτουργούς του σκοταδισμού τους λέμε ακόμα «υπουργούς Παιδείας» - και πάει λέγοντας.
Λογικά, θα μπορούσε να αντιπαλέψει το συντελεσμένο ιστορικό μας τέλος ένας ιδιοφυής κοινωνικός αναμορφωτής (όχι ένα κοίτασμα πετρελαίου ή μια φλέβα χρυσού). Αλλά κοινωνικοί αναμορφωτές δεν εμφανίζονται κατά παραγγελίαν. Να συνεχίσουμε να βλέπουμε σε κάθε σπιθαμιαία μετριότητα της επαγγελματικής πολιτικής έναν πιθανό μεσσία και σωτήρα, είναι πια «τέλη επαίσχυντα».
(Γκροτέσκα εικονογράφηση του ιστορικού μας ψυχορραγήματος: η απόφαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης να στηρίξει εκλογικά, για δεύτερη τετραετία, τον πιο αδιάντροπα αποτυχημένο δήμαρχο που γνώρισε ποτέ η Αθήνα μετά την κυρία Ντόρα Μητσοτάκη. Τέσσερα χρόνια ανύπαρκτος ως δήμαρχος, έχει ο οιηματίας τα προσόντα και για υπουργός Εξωτερικών στο Ελλαδιστάν, γιατί όχι;)
Εθνος καραγκιόζηδων
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ | Κυριακή 25 Ιουλίου 2010
Η απόφαση της UΝΕSCΟ που αναγνώρισε ως Τούρκο τον Καραγκιόζη, αντί να προκαλέσει ανακούφιση, εξόργισε την επιλεκτικά ευαίσθητη Ελλάδα. Αποστερείται, λένε, έτσι η χώρα μας από μιαν άυλη φιγούρα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Με κίνδυνο να δεχθώ και πάλι ποταμούς λάσπης, εγώ πληροφορήθηκα με ανακούφιση την απόφαση του διεθνούς αυτού πολιτιστικού οργανισμού να χρεώσει στα κουσούρια των πρώην δυναστών μας Οθωμανών και το καραγκιοζιλίκι. Γιατί εδώ και είκοσι χρόνια από τη στήλη αυτή στηλιτεύω την από μέρους των νεοελλήνων ηρωοποίηση του πρωταγωνιστή του Θεάτρου Σκιών και κυρίως την ανάδειξή του σε πρότυπο για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών μας.
Στο «Βήμα» τής 29.12.1991, αναλύοντας την άποψή μου ότι «αυτός ο κακομούτσουνος και κακομοίρης είναι η συμπύκνωση μερικών από τα πιο απεχθή και χυδαία ελαττώματα που γέννησε η ανθρώπινη ψυχή», επεσήμαινα: «Είναι πρώτα πρώτα τεμπέλης. Παριστάνει ότι δήθεν θέλει να δουλέψει και γι΄ αυτό κατά καιρούς επαγγέλλεται τα πάντα (φούρναρης,γιατρός, δικηγόρος, μάγειρας κτλ., χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχετική γνώση, με μόνη πρόθεση να ξεγελάσει τους άλλους για να τα κονομήσει». Σταθερή επιδίωξή του να βγάλει λεφτά χωρίς να κοπιάσει. Αλλά όταν δεν αρκεί η απάτη καταφεύγει στην επόμενη εύκολη λύση, την κλοπή. Χωρίς μάλιστα να διστάζει να κατακλέβει τους κοντινούς του φίλους και συγγενείς (τον Χατζηαβάτη ή τον μπαρμπαΓιώργο). Ετσι, εκτός από τις αρετές της φιλοπονίας και της εντιμότητας, εξευτελίζει και την υψηλή ανθρώπινη αρετή της φιλίας. Χαρακτηριστικό σύμβολο των απεχθών αυτών χαρακτηριστικών του είναι το μακρύ του χέρι. Για να κλέβει ευκολότερα αλλά και για να δέρνει. Και μάλιστα όχι κάποιους κακούς ή εχθρούς αλλά τα ίδια τα παιδιά του και τον καλοκάγαθο και ανιδιοτελή φίλο του Χατζηαβάτη.
Ενα τέτοιο βρωμερό υποκείμενο είναι πολύ φυσικό να χαρακτηρίζεται από τη μέχρις εξευτελισμού αυτοταπείνωση έναντι των ισχυρών και τη βάρβαρη μεταχείριση των αδυνάτων. Είναι φυσικά και άδικος. Οσάκις «κονομήσουν» κάτι με τον Χατζηαβάτη, αναλαμβάνει τη μοιρασιά κατά τη γνωστή ρήση: «Τα δικά σου δικά μου και τα δικά μου δικά μου». Είναι και μισογύνης. Εκείνος τεμπελιάζει ή διδάσκει τα παιδιά του πώς να τον αντιγράψουν, ενώ η Καραγκιόζαινα ουδέποτε εμφανίζεται στη σκηνή αλλά κάπου στο βάθος κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού και δέχεται εντολές και βρισιές από τον τεμπελχανά σύζυγό της που είναι πάντα ξάπλα κατηγορώντας την άδικη κοινωνία.
Ως οικογενειάρχης δεν αρκείται στο να δίνει το κακό παράδειγμα στα παιδιά του. Τους παραδίδει καθημερινά και μαθήματα κλοπής και απάτης ως μέσου πλουτισμού χλευάζοντας την εργασία, την εντιμότητα, τα γηρατειά.
Ο Καραγκιόζης σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου θα ήταν το κορυφαίο παράδειγμα προς αποφυγήν. Στην Ελλάδα έχει υιοθετηθεί επισήμως ως πρότυπο διαπαιδαγώγησης των παιδιών μας. Με τέτοια καραγκιοζιλίκια δεν είναι περίεργο πώς καταντήσαμε ο παρίας των πολιτισμένων εθνών και αυστηρά εποπτευόμενος λαός ως κατ΄ επάγγελμα απατεώνας και διεφθαρμένος. Ας σημειωθεί ότι ορθώς φαίνεται πως διεκδίκησαν οι γείτονές μας την τουρκική ταυτότητά του. Στη γενέτειρά του Προύσα, στην είσοδο του μεγαλύτερου εκεί τεμένους, υπάρχει εντοιχισμένη η φιγούρα του Καραγκιόζη. Η εξήγηση που μου εδόθη από τον τούρκο ξεναγό ήταν ότι όταν ανεγείρετο το τζαμί ο Καραγκιόζης σύχναζε εκεί διηγούμενος τα ειδεχθή κατορθώματά του. Καθώς χλεύαζε την εργατικότητα των χτιστών προκαλούσε καθυστέρηση στην πρόοδο της ανοικοδόμησης. Ετσι είδε και απόειδε ο επόπτης του έργου και τον αποκεφάλισε.
Μετά τον επίσημο εκτουρκισμό του, μακάρι, απαλλασσόμενοι εμείς οι Ελληνες από την απεχθή κληρονομιά του, να πάψουμε πια να είμαστε έθνος καραγκιόζηδων. Αν δεν είναι αργά.
jmarinos@tovima.gr
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ | Κυριακή 25 Ιουλίου 2010
Η απόφαση της UΝΕSCΟ που αναγνώρισε ως Τούρκο τον Καραγκιόζη, αντί να προκαλέσει ανακούφιση, εξόργισε την επιλεκτικά ευαίσθητη Ελλάδα. Αποστερείται, λένε, έτσι η χώρα μας από μιαν άυλη φιγούρα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Με κίνδυνο να δεχθώ και πάλι ποταμούς λάσπης, εγώ πληροφορήθηκα με ανακούφιση την απόφαση του διεθνούς αυτού πολιτιστικού οργανισμού να χρεώσει στα κουσούρια των πρώην δυναστών μας Οθωμανών και το καραγκιοζιλίκι. Γιατί εδώ και είκοσι χρόνια από τη στήλη αυτή στηλιτεύω την από μέρους των νεοελλήνων ηρωοποίηση του πρωταγωνιστή του Θεάτρου Σκιών και κυρίως την ανάδειξή του σε πρότυπο για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών μας.
Στο «Βήμα» τής 29.12.1991, αναλύοντας την άποψή μου ότι «αυτός ο κακομούτσουνος και κακομοίρης είναι η συμπύκνωση μερικών από τα πιο απεχθή και χυδαία ελαττώματα που γέννησε η ανθρώπινη ψυχή», επεσήμαινα: «Είναι πρώτα πρώτα τεμπέλης. Παριστάνει ότι δήθεν θέλει να δουλέψει και γι΄ αυτό κατά καιρούς επαγγέλλεται τα πάντα (φούρναρης,γιατρός, δικηγόρος, μάγειρας κτλ., χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχετική γνώση, με μόνη πρόθεση να ξεγελάσει τους άλλους για να τα κονομήσει». Σταθερή επιδίωξή του να βγάλει λεφτά χωρίς να κοπιάσει. Αλλά όταν δεν αρκεί η απάτη καταφεύγει στην επόμενη εύκολη λύση, την κλοπή. Χωρίς μάλιστα να διστάζει να κατακλέβει τους κοντινούς του φίλους και συγγενείς (τον Χατζηαβάτη ή τον μπαρμπαΓιώργο). Ετσι, εκτός από τις αρετές της φιλοπονίας και της εντιμότητας, εξευτελίζει και την υψηλή ανθρώπινη αρετή της φιλίας. Χαρακτηριστικό σύμβολο των απεχθών αυτών χαρακτηριστικών του είναι το μακρύ του χέρι. Για να κλέβει ευκολότερα αλλά και για να δέρνει. Και μάλιστα όχι κάποιους κακούς ή εχθρούς αλλά τα ίδια τα παιδιά του και τον καλοκάγαθο και ανιδιοτελή φίλο του Χατζηαβάτη.
Ενα τέτοιο βρωμερό υποκείμενο είναι πολύ φυσικό να χαρακτηρίζεται από τη μέχρις εξευτελισμού αυτοταπείνωση έναντι των ισχυρών και τη βάρβαρη μεταχείριση των αδυνάτων. Είναι φυσικά και άδικος. Οσάκις «κονομήσουν» κάτι με τον Χατζηαβάτη, αναλαμβάνει τη μοιρασιά κατά τη γνωστή ρήση: «Τα δικά σου δικά μου και τα δικά μου δικά μου». Είναι και μισογύνης. Εκείνος τεμπελιάζει ή διδάσκει τα παιδιά του πώς να τον αντιγράψουν, ενώ η Καραγκιόζαινα ουδέποτε εμφανίζεται στη σκηνή αλλά κάπου στο βάθος κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού και δέχεται εντολές και βρισιές από τον τεμπελχανά σύζυγό της που είναι πάντα ξάπλα κατηγορώντας την άδικη κοινωνία.
Ως οικογενειάρχης δεν αρκείται στο να δίνει το κακό παράδειγμα στα παιδιά του. Τους παραδίδει καθημερινά και μαθήματα κλοπής και απάτης ως μέσου πλουτισμού χλευάζοντας την εργασία, την εντιμότητα, τα γηρατειά.
Ο Καραγκιόζης σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου θα ήταν το κορυφαίο παράδειγμα προς αποφυγήν. Στην Ελλάδα έχει υιοθετηθεί επισήμως ως πρότυπο διαπαιδαγώγησης των παιδιών μας. Με τέτοια καραγκιοζιλίκια δεν είναι περίεργο πώς καταντήσαμε ο παρίας των πολιτισμένων εθνών και αυστηρά εποπτευόμενος λαός ως κατ΄ επάγγελμα απατεώνας και διεφθαρμένος. Ας σημειωθεί ότι ορθώς φαίνεται πως διεκδίκησαν οι γείτονές μας την τουρκική ταυτότητά του. Στη γενέτειρά του Προύσα, στην είσοδο του μεγαλύτερου εκεί τεμένους, υπάρχει εντοιχισμένη η φιγούρα του Καραγκιόζη. Η εξήγηση που μου εδόθη από τον τούρκο ξεναγό ήταν ότι όταν ανεγείρετο το τζαμί ο Καραγκιόζης σύχναζε εκεί διηγούμενος τα ειδεχθή κατορθώματά του. Καθώς χλεύαζε την εργατικότητα των χτιστών προκαλούσε καθυστέρηση στην πρόοδο της ανοικοδόμησης. Ετσι είδε και απόειδε ο επόπτης του έργου και τον αποκεφάλισε.
Μετά τον επίσημο εκτουρκισμό του, μακάρι, απαλλασσόμενοι εμείς οι Ελληνες από την απεχθή κληρονομιά του, να πάψουμε πια να είμαστε έθνος καραγκιόζηδων. Αν δεν είναι αργά.
jmarinos@tovima.gr
Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010
"Κι' οσο αγαπώ τήν πατρίδα μου δέν αγαπώ άλλο τίποτας. Νάρθη ένας νά μού ειπή ότι θά πάγη ομπρός ή πατρίδα, στέργομαι νά μού βγάλη καί τά δυό μου μάτια. Ότι άν είμαι στραβός, καί ή πατρίδα μου καλά, μέ θρέφει, Αν είναι ή πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια να χω, στραβός θανά είμαι. Οτι σ αύτείνη θά ζήσω,δέν έχω σκοπόν νά πάγω άλλου".(Στρατηγός Μακρυγιάννης)
Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010
Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010
Δεκάδες Ελλάδες
ΡAUL JORION
Η Ελλάδα, όπως ξέρουμε, δεν είναι παρά ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας. Ο δεύτερος ονομάζεται Πορτογαλία, ο τρίτος Ισπανία και πάει λέγοντας. Αλλά δεν είναι μόνο η Ευρώπη: στις ΗΠΑ οι σαράντα έξι από τις πενήντα Πολιτείες βρίσκονται σήμερα κάτω από το κατώφλι της φερεγγυότητας. Και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επίσης: για παράδειγμα είχε υποσχεθεί στους ανέργους να επεκτείνει στις 99 εβδομάδες τα επιδόματα ανεργίας, καθώς το 45% των ανέργων δεν έχει εργασία πλέον εδώ και πάνω από έξι μήνες. Ομως τα χρήματα δεν βρέθηκαν.
Αυτοί που σήμερα έχουν επιφορτισθεί με το λεπτεπίλεπτο έργο της μείωσης του δημόσιου χρέους των κρατών εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ανάπτυξη χρησιμοποιούν για να το περιγράψουν τους ίδιους χαρακτηρισμούς: «Δεν υπάρχουν καλές λύσεις, υπάρχουν μόνο κακές». Αλλά ακόμη και η διάγνωση αυτή είναι υπερβολικά αισιόδοξη, γιατί στην πραγματικότητα λύση δεν υπάρχει. Γιατί; Εξαιτίας του ακόλουθου φαύλου κύκλου: η εξόφληση του χρέους απαιτεί αύξηση των φόρων, το οποίο μειώνει την αγοραστική δύναμη οδηγώντας σε μείωση της κατανάλωσης και, άρα, και της ανάπτυξης, το οποίο σημαίνει ότι χρειάζεται τόνωση, αλλά αυτή απαιτεί αύξηση του χρέους κ.λπ., κ.λπ.
Η βάση στην οποία στηρίζεται το οικονομικό σύστημα γίνεται όλο και πιο στενή. Ενας φυσικός θα μιλούσε για «κρίσιμη κατάσταση» . Απλώς το ταλέντο και η τύχη θα καθορίσουν τον χρόνο που μένει έως την πτώση.
Μεταξύ 2002-2007 το σύστημα εμφάνιζε μια τόσο μεγάλη φαινομενική σταθερότητα που καθιστούσε εύλογη έως και την υπόθεση ενός «τέλους της ιστορίας», αλλά ταυτόχρονα ήταν και εξαιρετικά ευάλωτο λόγω της υπερτροφικής εξάρτησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών από τις πιστώσεις. Την ίδια ώρα που η σταθερότητα παρέμενε ορατή στην επιφάνεια των πραγμάτων, το θεμελιακό ρήγμα εξελισσόταν στο βάθος έως ότου αναδυθεί στο φως της ημέρας.
Το αδιέξοδο είναι, πράγματι, πλήρες σε ένα πλαίσιο όπου οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: μια ευρεία πλειοψηφία που αντλεί τα εισοδήματά της, δηλαδή την πρόσβαση στην κατανάλωση, αποκλειστικά από την εργασία της, και μια μικρή μειοψηφία της οποίας τα εισοδήματα προέρχονται από τόκους και την κερδοσκοπία του κεφαλαίου.
Η μόνη ελπίδα να διαλυθεί αυτός ο τρομακτικός μηχανισμός είναι να ξανασκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίον κατανέμονται τα εισοδήματα ανάμεσα σε ένα κεφάλαιο με υψηλές αποδόσεις και σε μια εργασία με πολύ χαμηλή αμοιβή. Η πρόκληση δεν είναι μικρή: θα πρόκειται για αλλαγή πολιτισμού. Τίποτα το λιγότερο.
Ο κ. Πολ Ζοριόν είναι οικονομολόγος και ανθρωπολόγος
http://www.tovima.gr/
ΡAUL JORION
Η Ελλάδα, όπως ξέρουμε, δεν είναι παρά ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας. Ο δεύτερος ονομάζεται Πορτογαλία, ο τρίτος Ισπανία και πάει λέγοντας. Αλλά δεν είναι μόνο η Ευρώπη: στις ΗΠΑ οι σαράντα έξι από τις πενήντα Πολιτείες βρίσκονται σήμερα κάτω από το κατώφλι της φερεγγυότητας. Και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επίσης: για παράδειγμα είχε υποσχεθεί στους ανέργους να επεκτείνει στις 99 εβδομάδες τα επιδόματα ανεργίας, καθώς το 45% των ανέργων δεν έχει εργασία πλέον εδώ και πάνω από έξι μήνες. Ομως τα χρήματα δεν βρέθηκαν.
Αυτοί που σήμερα έχουν επιφορτισθεί με το λεπτεπίλεπτο έργο της μείωσης του δημόσιου χρέους των κρατών εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ανάπτυξη χρησιμοποιούν για να το περιγράψουν τους ίδιους χαρακτηρισμούς: «Δεν υπάρχουν καλές λύσεις, υπάρχουν μόνο κακές». Αλλά ακόμη και η διάγνωση αυτή είναι υπερβολικά αισιόδοξη, γιατί στην πραγματικότητα λύση δεν υπάρχει. Γιατί; Εξαιτίας του ακόλουθου φαύλου κύκλου: η εξόφληση του χρέους απαιτεί αύξηση των φόρων, το οποίο μειώνει την αγοραστική δύναμη οδηγώντας σε μείωση της κατανάλωσης και, άρα, και της ανάπτυξης, το οποίο σημαίνει ότι χρειάζεται τόνωση, αλλά αυτή απαιτεί αύξηση του χρέους κ.λπ., κ.λπ.
Η βάση στην οποία στηρίζεται το οικονομικό σύστημα γίνεται όλο και πιο στενή. Ενας φυσικός θα μιλούσε για «κρίσιμη κατάσταση» . Απλώς το ταλέντο και η τύχη θα καθορίσουν τον χρόνο που μένει έως την πτώση.
Μεταξύ 2002-2007 το σύστημα εμφάνιζε μια τόσο μεγάλη φαινομενική σταθερότητα που καθιστούσε εύλογη έως και την υπόθεση ενός «τέλους της ιστορίας», αλλά ταυτόχρονα ήταν και εξαιρετικά ευάλωτο λόγω της υπερτροφικής εξάρτησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών από τις πιστώσεις. Την ίδια ώρα που η σταθερότητα παρέμενε ορατή στην επιφάνεια των πραγμάτων, το θεμελιακό ρήγμα εξελισσόταν στο βάθος έως ότου αναδυθεί στο φως της ημέρας.
Το αδιέξοδο είναι, πράγματι, πλήρες σε ένα πλαίσιο όπου οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: μια ευρεία πλειοψηφία που αντλεί τα εισοδήματά της, δηλαδή την πρόσβαση στην κατανάλωση, αποκλειστικά από την εργασία της, και μια μικρή μειοψηφία της οποίας τα εισοδήματα προέρχονται από τόκους και την κερδοσκοπία του κεφαλαίου.
Η μόνη ελπίδα να διαλυθεί αυτός ο τρομακτικός μηχανισμός είναι να ξανασκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίον κατανέμονται τα εισοδήματα ανάμεσα σε ένα κεφάλαιο με υψηλές αποδόσεις και σε μια εργασία με πολύ χαμηλή αμοιβή. Η πρόκληση δεν είναι μικρή: θα πρόκειται για αλλαγή πολιτισμού. Τίποτα το λιγότερο.
Ο κ. Πολ Ζοριόν είναι οικονομολόγος και ανθρωπολόγος
http://www.tovima.gr/
Κυριακή 4 Ιουλίου 2010
Γιώργος Σαραντάρης, Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική
Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική
Σε μια μεγάλη κάμαρα
Σε μια μουσική
Που έχει όργανο την ησυχία
Τραπέζι τη γη
Δάχτυλα τον αγέρα και τη βροχή
Κι έμπνευση τον άνεμο
Αόρατοι κοιμόμαστε στη χλόη
Και κελαηδάμε
Όταν ξαπλώνουμε
Με τα πόδια στον ορίζοντα
Και τους πόθους στον ουρανό
Το φως της αυγής
Είναι η βρύση που μας ξυπνά
Όπως είναι και η κούνια στα παιδιά μας
(1939)
[Από την ενότητα Τη μικρή μου σκέψη σεργιανίζω]
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Στη δόξα των πουλιών (1997)
Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική
Σε μια μεγάλη κάμαρα
Σε μια μουσική
Που έχει όργανο την ησυχία
Τραπέζι τη γη
Δάχτυλα τον αγέρα και τη βροχή
Κι έμπνευση τον άνεμο
Αόρατοι κοιμόμαστε στη χλόη
Και κελαηδάμε
Όταν ξαπλώνουμε
Με τα πόδια στον ορίζοντα
Και τους πόθους στον ουρανό
Το φως της αυγής
Είναι η βρύση που μας ξυπνά
Όπως είναι και η κούνια στα παιδιά μας
(1939)
[Από την ενότητα Τη μικρή μου σκέψη σεργιανίζω]
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Στη δόξα των πουλιών (1997)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Αρχειοθήκη ιστολογίου
-
►
2010
(90)
- ► Σεπτεμβρίου (12)
- ► Δεκεμβρίου (2)
-
►
2011
(81)
- ► Φεβρουαρίου (3)
- ► Σεπτεμβρίου (15)
- ► Δεκεμβρίου (3)
-
►
2012
(53)
- ► Ιανουαρίου (2)
- ► Φεβρουαρίου (2)
- ► Σεπτεμβρίου (5)
- ► Δεκεμβρίου (4)
-
►
2013
(112)
- ► Ιανουαρίου (2)
- ► Φεβρουαρίου (3)
- ► Σεπτεμβρίου (27)
- ► Δεκεμβρίου (21)
-
►
2014
(180)
- ► Ιανουαρίου (11)
- ► Φεβρουαρίου (9)
- ► Σεπτεμβρίου (20)
- ► Δεκεμβρίου (26)
-
►
2015
(113)
- ► Ιανουαρίου (11)
- ► Φεβρουαρίου (18)
- ► Σεπτεμβρίου (5)
- ► Δεκεμβρίου (11)
-
►
2016
(124)
- ► Ιανουαρίου (15)
- ► Φεβρουαρίου (23)
- ► Σεπτεμβρίου (4)
- ► Δεκεμβρίου (2)
-
►
2017
(19)
- ► Ιανουαρίου (3)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
Πληροφορίες
- ΛΑΜΠΡΟΣ
- "Οι μεγάλοι άνθρωποι μιλούν για ιδέες. Οι μεσαίοι άνθρωποι μιλούν για γεγονότα. Οι μικροί άνθρωποι μιλούν για τους άλλους."